συνδεδεμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνδεδεμένος συνδεδεμένη συνδεδεμένο
γενική συνδεδεμένου συνδεδεμένης συνδεδεμένου
αιτιατική συνδεδεμένο συνδεδεμένη συνδεδεμένο
κλητική συνδεδεμένε συνδεδεμένη συνδεδεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνδεδεμένοι συνδεδεμένες συνδεδεμένα
γενική συνδεδεμένων συνδεδεμένων συνδεδεμένων
αιτιατική συνδεδεμένους συνδεδεμένες συνδεδεμένα
κλητική συνδεδεμένοι συνδεδεμένες συνδεδεμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδεδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνδέω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συνδεδεμένος, -η, -ο

  1. που έχει συνδεθεί ή εξαρτάται από κάποιον ή κάτι
  2. συνδεδεμένος στο διαδίκτυο
  3. συνδεδεμένος σε μία ιστοσελίδα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]