ἁφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἁφή < ἅπτω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἁφή θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία ανάβω κάτι
    περὶ λύχνων ἁφάς: την ώρα που ανάβουν τα λυχνάρια
  2. το άγγιγμα
  3. η αφή (η αίσθηση)
  4. η κρούση των χορδών της άρπας
  5. η λαβή στην πάλη
  6. η άμμος που έριχναν στα κορμιά των αθλητών της πάλης
  7. (για ασθένειες, ιδιαίτερα για τη λέπρα) η μόλυνση
  8. (ανατομία) η άρθρωση
  9. (μαθηματικά) τα κοινά σημεία δύο επιφανειών, η τομή

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883