σχετικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική σχετικός σχετική σχετικό
γενική σχετικού σχετικής σχετικού
αιτιατική σχετικό σχετική σχετικό
κλητική σχετικέ σχετική σχετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σχετικοί σχετικές σχετικά
γενική σχετικών σχετικών σχετικών
αιτιατική σχετικούς σχετικές σχετικά
κλητική σχετικοί σχετικές σχετικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχετικός < αρχαία ελληνική σχετικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σχετικός

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης., συγκριτικός


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σχετικός

  1. (φυσική) σχετικιστής, φυσικός με πεδίο έρευνας την συμφιλίωση της γενικοσχετικότητας με την κβαντική θεωρία πεδίου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]