corresponding

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˌkɔɹəˈspɑndɪŋ/
ήχος (ΗΠΑ) 

Επίθετο[επεξεργασία]

corresponding (en)

  1. αντίστοιχος, που αντιστοιχεί
  2. σχετικός

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

corresponding (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος correspond

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]