απόλυτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απόλυτος απόλυτη απόλυτο
γενική απόλυτου απόλυτης απόλυτου
αιτιατική απόλυτο απόλυτη απόλυτο
κλητική απόλυτε απόλυτη απόλυτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απόλυτοι απόλυτες απόλυτα
γενική απόλυτων απόλυτων απόλυτων
αιτιατική απόλυτους απόλυτες απόλυτα
κλητική απόλυτοι απόλυτες απόλυτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόλυτος < αρχαία ελληνική ἀπόλυτος < ἀπολύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απόλυτος, -η, -ο

  1. που έχει μια ιδιότητα στον υπέρτατο βαθμό
    η απόλυτη ομορφιά
  2. που επιμένει πάρα πολύ στην άποψή του, ο βέβαιος, ο αμετάπειστος
  3. (γραμματική) που δεν συνδέεται συντακτικά με κάποιον από τους κύριους όρους μιας πρότασης
    η απόλυτη μετοχή των προσωπικών ρημάτων στα αρχαία ελληνικά τίθεται σε πτώση γενική

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]