μπερδεμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπερδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπερδεύω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μπερδεμένος, -η, -ο

  • που έχει μπερδευτεί, μπλεγμένος
    το σχοινί ήταν μπερδεμένο
  • ο περίπλοκος
    το πρόβλημα είναι πολύ μπερδεμένο
  • που προκαλεί προβληματισμό ή υποψίες
  • που βρίσκεται σε σύγχυση
    δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα και ήταν μπερδεμένος
  • που έχει εμπλακεί σε μια ύποπτη υπόθεση
    είναι κι αυτός μπερδεμένος σε αυτή την ιστορία με την αρχαιοκαπηλία;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]