μπερδεμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μπερδεμένος μπερδεμένη μπερδεμένο
γενική μπερδεμένου μπερδεμένης μπερδεμένου
αιτιατική μπερδεμένο μπερδεμένη μπερδεμένο
κλητική μπερδεμένε μπερδεμένη μπερδεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μπερδεμένοι μπερδεμένες μπερδεμένα
γενική μπερδεμένων μπερδεμένων μπερδεμένων
αιτιατική μπερδεμένους μπερδεμένες μπερδεμένα
κλητική μπερδεμένοι μπερδεμένες μπερδεμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπερδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπερδεύω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μπερδεμένος, -η, -ο

Ένα μπερδεμένο κουβάρι ήταν όλα στο μυαλό της. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  • που βρίσκεται σε σύγχυση
    δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα και ήταν μπερδεμένος
  • που έχει εμπλακεί σε μια ύποπτη υπόθεση
    είναι κι αυτός μπερδεμένος σε αυτή την ιστορία με την αρχαιοκαπηλία;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]