μπερδεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπερδεύω < μεσαιωνική ελληνική μπερδεύω < μπερδένω < από το αμαρτύρητο ἐν + περιδέω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μπερδεύω, πρτ.: μπέρδευα, στ.μέλλ.: θα μπερδέψω, αόρ.: μπέρδεψα, παθ.φωνή: μπερδεύομαι, μτχ.π.π.: μπερδεμένος

  1. μπλέκω ένα αντικείμενο με ένα άλλο, τα κάνω να ενωθούν κατά τρόπο τυχαίο και ανεπιθύμητο
  2. ανακατεύω ή ανακινώ ή μπλέκω (διάφορα πράγματα) ώστε να πάνε σε τυχαίες θέσεις
    κάποιος είχε μπερδέψει τα χαρτιά και δεν μπορούσα να βρω άκρη
  3. συγχέω διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, καταλαβαίνω άλλο πράγμα αντί για αυτό που πρέπει
  4. προκαλώ σύγχυση σε κάποιον είτε σκόπιμα είτε κατα λάθος είτε από άγνοια

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μπερδεύω τα μπούτια μου

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]