συγχέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγχέω < αρχαία ελληνική συγχέω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συγχέω

  1. δεν αντιλαμβάνομαι τη διαφορά, μπερδεύω, δεν διακρίνω διαφορά δύο πράγματα ή πρόσωπα που έχουν κάποιου είδους συνάφεια
    νομίζω ότι συγχέεις την κομματικοποιήση με την πολιτικοποίηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγχέω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συγχέω

  1. ανακατεύω με άτακτο τρόπο
  2. καταστρέφω
  3. ματαιώνω
  4. (ειδικότερα) (για συμφωνία) παραβιάζω
  5. (ειδικότερα) (για πόλεμο) διεγείρω, προκαλώ