καταστρέφω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταστρέφω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταστρέφω (αρχαία σημασία: ανατρέπω)[1] < κατα- + στρέφω [2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.taˈstɾe.fo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τα‐στρέ‐φω
Ρήμα
[επεξεργασία]καταστρέφω, αόρ.: κατέστρεψα, παθ.φωνή: καταστρέφομαι, π.αόρ.: καταστράφηκα, μτχ.π.π.: κατεστραμμένος
- προξενώ ζημιές σε κάτι
- ※ Αμέσως μου 'πιασε κουβέντα πως ήταν αρωματοποιός και πως είχε κάνει συνθέσεις δικές του, αλλ' ότι το μεγάλο εμπόριο αρωμάτων τον κατέστρεψε κι έτσι τον έπιασαν για λαθρέμπορο οινοπνεύματος. (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, 1986, σελ. 129)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- ακατάστρεπτος
- ακατάστρεφτος
- ακατάστροφος
- αυτοκαταστροφικά (επίρρημα)
- αυτοκαταστροφικός
- αυτοκαταστρέφομαι
- καταστρεπτικά (επίρρημα)
- καταστρεπτικός
- καταστρεπτικότητα
- καταστρέφομαι
- καταστρεφτικός
- καταστροφέας
- καταστροφή & σύνθετα
- καταστροφικά (επίρρημα)
- καταστροφικός
- καταστροφικότητα
- καταστροφισμός
- καταστροφολογία
- καταστροφολόγος
- καταστροφολογώ
- ματακαταστρέφω
- μισοκαταστρέφω, μισοκαταστρέφομαι
- μισοκαταστραμμένος
- οικοκαταστροφή
Κλίση
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ καταστρέφω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ καταστρέφω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- καταστρέφω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- καταστρέφω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κατα- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κατα- (αρχαία ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)