καταστροφικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καταστροφικός < καταστροφή + -ικός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.ta.stɾo.fiˈkos/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /ka.ta.stɾo.fiˈci/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /ka.ta.stɾo.fiˈko/ ουδέτερο
Επίθετο
[επεξεργασία]καταστροφικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με την καταστροφή, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί
- ※ Παρουσιάζεται παντού, έχει γνώμη για όλα, δημοσιοποιεί την προσωπική ζωή του, διοχετεύει στην δημοσιότητα πτυχές πραγμάτων που τον συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική επιπολαιότητα και κινητικότητα, εξάπτει την παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρροῶν» καὶ παντοειδῶν «καρφωμάτων». (Ευθύνη, τεύχη 225, Βιβλιοπωλείο Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1990)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- καταστροφικά
- καταστρεπτικότητα
- → δείτε τις λέξεις καταστρέφω, κατά και στρέφω
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καταστροφικός