Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας confuse
γ΄ ενικό ενεστώτα confuses
αόριστος confused
παθητική μετοχή confused
ενεργητική μετοχή confusing


confuse (en) (μεταβατικό)

  1. μπερδεύω, κάνω κάποιον που δεν μπορεί να σκεφτεί καθαρά ή να καταλάβει κάτι
    He confused me with his explanations.
    Με μπέρδεψε με τις εξηγήσεις του.
     συνώνυμα:  baffle, bewilder, confound, disconcert, flummox, fluster, get, perplex, puzzle και stump
  2. συγχέω, νομίζω λανθασμένα ότι κάποιος ή κάτι είναι κάποιος ή κάτι άλλο
    I confuse him with his brother, because they look a lot alike.
    Τον συγχέω με τον αδελφό του, γιατί μοιάζουν πολύ.
    I don’t have a good memory, I easily confuse names and dates.
    Δεν έχω καλή μνήμη, συγχέω εύκολα ονόματα και χρονολογίες.
    The meaning of words is often confused.
    Συχνά συγχέεται η σημασία των λέξεων.
    Don’t confuse things, one situation is handled differently than the other.
    Μη συγχέεις τα πράγματα, αλλιώς αντιμετωπίζεται η μία κατάσταση και αλλιώς η άλλη.
    In the dream, the boundaries of the real and the imaginary are confused.
    Στο όνειρο συγχέονται τα όρια του πραγματικού και του φανταστικού.
     συνώνυμα: mix up