get

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

get < (κληρονομημένο) μέση αγγλική get < παλαιά νορβηγική geta < πρωτογερμανική ʒetanan (πβ. αγγλοσαξονικό gietan, γοτθικό bi-gitan) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ghéd-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɡɪt/ και /ɡɛt/
Audio (US) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
get gets

get (en) (σπανιότερα)

  1. ο απόγονος
  2. η γενεαλογία
  3. (αθλητισμός) δύσκολη απόκρουση μιας βολής στο τένις

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας get
γ΄ ενικό ενεστώτα gets
αόριστος got
παθητική μετοχή got, gotten
ενεργητική μετοχή getting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα
gotten (αμερικανικό, ή αρχαϊκό βρετανικό΄΄)

get (en)

  1. (μεταβατικό)
    1. παίρνω, αποκτώ, δέχομαι, ή αγοράζω
      I'm going to get a computer tomorrow. - Θα πάρω/αγοράσω ένα κομπιούτερ αύριο.
      You need to get permission to leave early. - Πρέπει να πάρεις άδεια για να φύγεις νωρίς.
       συνώνυμα: obtain, acquire, come by, receive, get hold of, have, take possession of
       αντώνυμα: lose
    2. φέρνω
      Can you get my bag, please? - Μπορείς/μπορείτε να μου φέρεις την τσάντα μου, παρακαλώ;
       συνώνυμα: bring, fetch, retrieve
    3. κάνω κάτι/κάποιον να έρθει σε μια κατάσταση
      That song gets me so depressed. - Αυτό το τραγούδι με κάνει λυπημένο.
       συνώνυμα: cause to be, cause to become, make
    4. (+ προθέσεις on &off) βάζω ή βγάζω, π.χ. για ρούχα
      I can't get these boots off (or on). - Δεν μπορώ να βγάλω αυτές τις μπότες.
    5. καταφέρνω / κάνω κάτι ή κάποιον να ενεργήσει με ορισμένο τρόπο
      She got him to agree to it. - Τον κατάφερε να συμφωνήσει.
       συνώνυμα: make
    6. παίρνω (ένα μεταφορικό μέσο)
      I normally get the 7:45 train. - Συνήθως, παίρνω το τρένο των 7:45.
       συνώνυμα: catch, take
    7. καταλαβαίνω
       συνώνυμα: dig, follow, make sense of, understand
    8. χρησιμοποιείται για να σχηματιστούν παθητικοί τύποι αντί του ρήματος be
      He got bitten by a dog. - Τον δάγκωσε ένα σκυλί. (κυριολεκτικά: Αυτός δαγκώθηκε από έναν σκύλο)
       συνώνυμα: be
    9. κολλάω, προσβάλλομαι από αρρώστια
      I went on holiday and got malaria. - Πήγα διακοπές και κόλλησα μαλάρια.
       συνώνυμα: catch, come down with
    10. ξεγελ;av, κάνω φάρσα
       συνώνυμα: con, deceive, dupe, hoodwink, trick
    11. (οικείο) στριμώχνω, δυσκολεύω (πχ. για ερώτηση, πρόβλημα)
      {eg}} That question's really got me. - Αυτή η ερώτηση με στρίμωξε.
       συνώνυμα: confuse, perplex, stump
    12. (οικείο) πιάνω (πχ. εγκληματία για να δικαστεί)
      The cops finally got him. - Οι αστυνόμοι τελικώς τον έπιασαν.
       συνώνυμα: catch, nab, nobble
    13. (οικείο) ρίχνω ξύλο
      I'm gonna get him for that. - Θα τον δείρω γι' αυτό.
       συνώνυμα: assault, beat, beat up
    14. (οικείο) πιάνω, ακούω καλά ώστε να καταλάβω
      Sorry, I didn't get that. Could you repeat it? - Συγγνώμη, δεν άκουσα καλά. Μπορείτε/Μπορείς να επαναλάβετε/επαναλάβεις;
       συνώνυμα: catch, hear
  2. (αμετάβατο)
    1. φτάνω σε κάποιο μέρος ή πλησιάζω κάπου
      {{e}g} When are we going to get to London? - Πότε φτάνεις στο Λονδίνο;
       συνώνυμα: arrive at, reach
    2. πηγαίνω ή έρχομαι
      Get over here! - Πήγαινε εκεί πέρα!
       συνώνυμα: come, go, travel
    3. αρχίζω (να κάνω κάτι)
      We ought to get moving or we'll be late. - Πρέπει να πηγαίνουμε, θ' αργήσουμε.
       συνώνυμα: begin, commence, start

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Λήμματα με το 'get' στο Βικιλεξικό



Λουξεμβουργιανά (lb) [επεξεργασία]

Αντωνυμία[επεξεργασία]

get (lb)



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

audio 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

get (sv)