arrive
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | arrive |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | arrives |
| αόριστος | arrived |
| παθητική μετοχή | arrived |
| ενεργητική μετοχή | arriving |
Ρήμα
[επεξεργασία]arrive (en)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]arrive (fr)