get high

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ενεστώτας get high
γ΄ ενικό ενεστώτα gets high
αόριστος got high
παθητική μετοχή got high (ΗΒ), gotten high (ΗΠΑ)
ενεργητική μετοχή getting high

Έκφραση

[επεξεργασία]

get high (en) → δείτε τις λέξεις get και high