Μετάβαση στο περιεχόμενο

high

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός high
συγκριτικός higher
υπερθετικός highest

high (en)

  1. ψηλός, που έχει μεγάλη απόσταση από το κάτω μέχρι το πάνω μέρος
    παράδειγμα  What's the highest mountain in the US?
    Ποιο είναι το ψηλότερο βουνό στις ΗΠΑ;
    παράδειγμα  The house has a high wall all the way around it.
    Το σπίτι έχει έναν ψηλό τοίχο γύρω γύρω από αυτό.
    παράδειγμα  shoes with high heels - παπούτσια με ψηλά τακούνια
     συνώνυμα: tall
     αντώνυμα: low και short
  2. ψηλός, χρησιμοποιείται για να περιγράψει την απόσταση που μετράει κάτι από κάτω ως πάνω
    παράδειγμα  How high is Mount Olympus?
    Πόσο ψηλό είναι το όρος Όλυμπος;
    παράδειγμα  The wall is 3 meters high.
    Ο τοίχος είναι 3 μέτρα ύψος.
    παράδειγμα  The grass was waist-high.
    Το γρασίδι ήταν μέχρι τη μέση.
    παράδειγμα  The boots are knee-high.
    Οι μπότες είναι ως το γόνατο.
     συνώνυμα: tall
  3. ψηλός, υψηλός, σε επίπεδο που είναι πολύ πάνω από το έδαφος ή πάνω από το επίπεδο της θάλασσας
    παράδειγμα  The rooms had high ceilings.
    Τα δωμάτια είχαν ψηλές οροφές.
    παράδειγμα  He put the book on a high shelf.
    Έβαλε το βιβλίο σε ένα ψηλό ράφι.
    παράδειγμα  I can’t reach it, it’s too high.
    Δεν μπορώ να το φτάσω, είναι πολύ ψηλά.
    παράδειγμα  They were flying at high altitude.
    Πετούσαν σε υψηλό υψόμετρο.
    παράδειγμα  It is higher (up) on the same page.
    Είναι παραπάνω στην ίδια σελίδα.
     αντώνυμα: low
  4. υψηλός, μεγάλος, που είναι μεγαλύτερο ή καλύτερο από το κανονικό σε ποσότητα ή ποιότητα, μέγεθος ή βαθμό
    παράδειγμα  high-quality products - προϊόντα υψηλής ποιότητας
    παράδειγμα  The temperature is very high today.
    Η θερμοκρασία είναι πολύ υψηλή σήμερα.
    παράδειγμα  Demand is high this time of year.
    Η ζήτηση είναι υψηλή αυτή την εποχή του χρόνου.
    παράδειγμα  Originally, an even higher percentage of land was wetlands.
    Αρχικά, ένα ακόμα υψηλότερο ποσοστό γης ήταν έλη.
    παράδειγμα  Sales were significantly higher than in previous years.
    Οι πωλήσεις ήταν σημαντικά υψηλότερες από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια.
    παράδειγμα  Tourism in combination with agricultural production ensures a high income.
    Ο τουρισμός σε συνδυασμό με την αγροτική παραγωγή εξασφαλίζει ένα υψηλό εισόδημα.
    παράδειγμα  I have high hopes.
    Έχω μεγάλες ελπίδες.
    παράδειγμα  The accident serves to show how dangerous high speed is.
    Το δυστύχημα χρησιμεύει να δείξει πόσο επικίνδυνη είναι η μεγάλη ταχύτητα.
     αντώνυμα: low
  5. πλούσιος, που περιέχει πολλή συγκεκριμένη ουσία
    παράδειγμα  high-protein food - τροφή πλούσια σε πρωτεΐνες
    παράδειγμα  Oranges are high in vitamin C.
    Οι πορτοκάλια είναι πλούσια σε βιταμίνη C.
     συνώνυμα: rich
     αντώνυμα: low
  6. (συνήθως πριν από το ουσιαστικό) υψηλός, που είναι κοντά στην κορυφή σε βαθμίδα, θέση ή σημασία
    παράδειγμα  She has held high office under three prime ministers.
    Έχει κατέχει υψηλό αξίωμα υπό τρεις πρωθυπουργούς.
    παράδειγμα  The case was referred to a higher court.
    Η υπόθεση παραπέμφθηκε σε ανώτερο δικαστήριο.
    παράδειγμα  The company moved the employee up to a higher position.
    Η εταιρεία ανέβασε τον υπάλληλο σε ανώτερη θέση.
    παράδειγμα  Job security is high on his list of priorities.
    Η ασφάλεια στη δουλειά είναι ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων του.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός high
συγκριτικός higher
υπερθετικός highest

high (en)

  1. ψηλά, σε ή προς μια θέση που βρίσκεται πολύ ψηλά από το έδαφος ή το κάτω μέρος
    παράδειγμα  We climbed high.
    Αναρριχηθήκαμε ψηλά.
    παράδειγμα  Go up a little higher.
    Ανέβα λίγο παραπάνω.
    παράδειγμα  To reach if you have to get up higher.
    Για να το φτάσεις πρέπει να σηκωθείς παραπάνω.
    παράδειγμα  It was mentioned higher (up) on the same page.
    Αναφέρθηκε παραπάνω στην ίδια σελίδα.
  2. ψηλά, σε ή προς μια μεγάλη αξία, ποσό ή τιμή
    παράδειγμα  Prices climb high when there’s a shortage of goods.
    Οι τιμές ανεβαίνουν ψηλά όταν υπάρχει έλλειψη αγαθών.