high
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | high |
| συγκριτικός | higher |
| υπερθετικός | highest |
high (en)
- ψηλός, που έχει μεγάλη απόσταση από το κάτω μέχρι το πάνω μέρος
- ψηλός, χρησιμοποιείται για να περιγράψει την απόσταση που μετράει κάτι από κάτω ως πάνω
- ψηλός, υψηλός, σε επίπεδο που είναι πολύ πάνω από το έδαφος ή πάνω από το επίπεδο της θάλασσας
The rooms had high ceilings.
- Τα δωμάτια είχαν ψηλές οροφές.
He put the book on a high shelf.
- Έβαλε το βιβλίο σε ένα ψηλό ράφι.
I can’t reach it, it’s too high.
- Δεν μπορώ να το φτάσω, είναι πολύ ψηλά.
They were flying at high altitude.
- Πετούσαν σε υψηλό υψόμετρο.
It is higher (up) on the same page.
- Είναι παραπάνω στην ίδια σελίδα.
- ≠ αντώνυμα: low
- υψηλός, μεγάλος, που είναι μεγαλύτερο ή καλύτερο από το κανονικό σε ποσότητα ή ποιότητα, μέγεθος ή βαθμό
high-quality products - προϊόντα υψηλής ποιότητας
The temperature is very high today.
- Η θερμοκρασία είναι πολύ υψηλή σήμερα.
Demand is high this time of year.
- Η ζήτηση είναι υψηλή αυτή την εποχή του χρόνου.
Originally, an even higher percentage of land was wetlands.
- Αρχικά, ένα ακόμα υψηλότερο ποσοστό γης ήταν έλη.
Sales were significantly higher than in previous years.
- Οι πωλήσεις ήταν σημαντικά υψηλότερες από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια.
Tourism in combination with agricultural production ensures a high income.
- Ο τουρισμός σε συνδυασμό με την αγροτική παραγωγή εξασφαλίζει ένα υψηλό εισόδημα.
I have high hopes.
- Έχω μεγάλες ελπίδες.
The accident serves to show how dangerous high speed is.
- Το δυστύχημα χρησιμεύει να δείξει πόσο επικίνδυνη είναι η μεγάλη ταχύτητα.
- ≠ αντώνυμα: low
- πλούσιος, που περιέχει πολλή συγκεκριμένη ουσία
- (συνήθως πριν από το ουσιαστικό) υψηλός, που είναι κοντά στην κορυφή σε βαθμίδα, θέση ή σημασία
She has held high office under three prime ministers.
- Έχει κατέχει υψηλό αξίωμα υπό τρεις πρωθυπουργούς.
The case was referred to a higher court.
- Η υπόθεση παραπέμφθηκε σε ανώτερο δικαστήριο.
The company moved the employee up to a higher position.
- Η εταιρεία ανέβασε τον υπάλληλο σε ανώτερη θέση.
Job security is high on his list of priorities.
- Η ασφάλεια στη δουλειά είναι ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων του.
Σύνθετα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | high |
| συγκριτικός | higher |
| υπερθετικός | highest |
high (en)
- ψηλά, σε ή προς μια θέση που βρίσκεται πολύ ψηλά από το έδαφος ή το κάτω μέρος
We climbed high.
- Αναρριχηθήκαμε ψηλά.
Go up a little higher.
- Ανέβα λίγο παραπάνω.
To reach if you have to get up higher.
- Για να το φτάσεις πρέπει να σηκωθείς παραπάνω.
It was mentioned higher (up) on the same page.
- Αναφέρθηκε παραπάνω στην ίδια σελίδα.
- ψηλά, σε ή προς μια μεγάλη αξία, ποσό ή τιμή
Prices climb high when there’s a shortage of goods.
- Οι τιμές ανεβαίνουν ψηλά όταν υπάρχει έλλειψη αγαθών.
Πηγές
[επεξεργασία]- high (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- high (adverb) - Oxford Learner's Dictionaries
- high (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 661. ISBN 9780194325684., λήμμα: παραπάνω