get out

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


get out < → δείτε τις λέξεις get και out



get out (en)

ενεστώτας get out
γ΄ ενικό ενεστώτα gets out
αόριστος got out
παθητική μετοχή got out (ΗΒ), gotten out (ΗΠΑ)
ενεργητική μετοχή getting out

get out (en)

  • φεύγω από ένα μέρος
    The cunning dog got out of the backyard.
    Ο πονηρός σκύλος έφυγε από την πίσω αυλή.