Μετάβαση στο περιεχόμενο

catch

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
catch catches

catch (en)

  1. το πιάσιμο
    παράδειγμα  a catch of the ball by the goalkeeper - πιάσιμο της μπάλας από τον τερματοφύλακα
  2. το συνολικό ποσό των πραγμάτων που πιάνονται
    παράδειγμα  a huge catch of fish - μια πολύ μεγάλη ψαριά
  3. η μπετούγια, το κούμπωμα
    παράδειγμα  the catch of a door - η μπετούγια μιας πόρτας
    παράδειγμα  The catch on my handbag is broken.
    Είναι σπασμένο το κούμπωμα της τσάντας μου.
  4. (ανεπίσημο) η παγίδα, μια κρυφή δυσκολία ή μειονέκτημα
    παράδειγμα  There’s a catch to it.
    Κρύβει κάποια παγίδα.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
ενεστώτας catch
γ΄ ενικό ενεστώτα catches
αόριστος caught
παθητική μετοχή caught
ενεργητική μετοχή catching
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

catch (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) πιάνω, σταματώ και κρατάω ένα κινούμενο αντικείμενο ή άτομο, ειδικά στα χέρια μου
    παράδειγμα  She caught the ball.
    Έπιασε την μπάλα.
  2. (μεταβατικό) προλαβαίνω, παίρνω ένα μεταφορικό μέσο, είμαι στην ώρα μου για λεωφορείο, τρένο, αεροπλάνο κτλ. και μπαίνω σε αυτό
    παράδειγμα  At the last minute, we caught the train/the bus/the plane.
    Την τελευταία στιγμή προλάβαμε το τρένο/το λεωφορείο/το αεροπλάνο.
    παράδειγμα  I normally catch the 7:45 train.
    Συνήθως, παίρνω το τρένο των 7:45.
     συνώνυμα:  get και take
  3. (μεταβατικό) κρυώνω, κολλάω μεταδοτική αρρώστια
    παράδειγμα  You’ll catch a cold if you go out without a coat.
    Θα κρυώσεις αν βγεις χωρίς παλτό.
    παράδειγμα  I caught the flu.
    Κόλλησα γρίπη.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη contract
  4. (μεταβατικό) πιάνω, συλλαμβάνω ένα άτομο ή ένα ζώο που προσπαθεί ή θα προσπαθούσε να δραπετεύσει
    παράδειγμα  He was caught in a trap.
    Πιάστηκε σε παγίδα.
    παράδειγμα  I caught the mouse.
    Συνέλαβα το ποντίκι.
  5. (μεταβατικό) πιάνω, ακούω ή καταλαβαίνω κάτι
    παράδειγμα  I didn’t catch his name.
    Δεν έπιασα το όνομά του.
    παράδειγμα  I didn’t catch the end of the sentence.
    Δεν έπιασα/άκουσα το τέλος της πρότασης.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη understand
  6. (μεταβατικό) πιάνω, ανακαλύπτω ότι κάποιος κάνει κάτι, ειδικά κάτι λάθος
    παράδειγμα  I caught him eating some sweets.
    Τον έπιασα να κλέβει γλυκό.
    παράδειγμα  If I ever catch you doing that…
    Αν σε πιάσω ποτέ να κάνεις αυτό…
  7. (μεταβατικό) προλαβαίνω, είμαι στην ώρα μου να κάνω κάτι, να μιλήσω με κάποιον κτλ.
    παράδειγμα  I ran and caught him just before he left.
    Έτρεξα και τον πρόλαβα λίγο πριν φύγει.
  8. (μεταβατικό, ανεπίσημο) ακούω ή βλέπω κάτι· παρακολουθώ κάτι
    παράδειγμα  We caught the game/the event/the show.
    Παρακολουθήσαμε το παιχνίδι/την εκδήλωση/την εκπομπή.
  9. (μεταβατικό) πιάνω, συμβαίνει απροσδόκητα και προκαλεί σε κάποιον μια δύσκολη κατάσταση
    παράδειγμα  We were caught in fog.
    Μας έπιασε ομίχλη.
  10. (μεταβατικό και αμετάβατο) πιάνω, κολλάω σε κάτι· κάνω κάτι να κολλήσει
    παράδειγμα  The nail caught (on) her dress.
    Το καρφί έπιασε το φόρεμά της.
    παράδειγμα  Her dress was caught on a nail.
    Το φόρεμά της πιάστηκε σ' ένα καρφί.
  11. (μεταβατικό και αμετάβατο) αρπάζω, αναφλέγομαι
    παράδειγμα  The house caught (on) fire.
    Το σπίτι άρπαξε φωτιά.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]