Μετάβαση στο περιεχόμενο

παρακολουθώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : παρακολουθῶ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παρακολουθώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρακολουθῶ, συνηρημένος τύπος του παρακολουθέω < (παρά) παρ- + ἀκολουθῶ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.ɾa.ko.luˈθo/
τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ρα‐κο‐λου‐θώ

παρακολουθώ, αόρ.: παρακολούθησα, παθ.φωνή: παρακολουθούμαι/(παρακολουθιέμαι), π.πρτ.: παρακολουθούμουν/παρακολουθιόμουν, π.αόρ.: παρακολουθήθηκα, μτχ.π.π.: παρακολουθημένος

  1. ακολουθώ τις κινήσεις κάποιου κινούμενος μαζί με αυτόν ή κινώντας το βλέμμα μου
    ※  Απ' την πρώτη στιγμή που μπήκα στο λεωφορείο είχα την υποψία πως κάποιος με παρακολουθούσε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
    ※  παρακολουθούσε συναρπασμένος την προέλασή τους. Τὰ πέρασαν τὰ σύνορα! Φτάσανε στη Δράμα! Φτάσανε στην Καβάλα! -Αὔριο θάναι στη Θεσσαλονίκη - πανηγύριζε ὁ λαός. Όλοι νοιώθαμε μιὰ ἐγγύηση σ' αὐτὴ τὴν προέλαση. Καὶ ξάφνου! Τὰ σοβιετικά στρατεύματα ὄχι μόνο στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασαν, αλλά μαθαίνουμε, αποσύρθηκαν ξανά πέρα απ' τα σύνορα. (Μήτσος Ν. Δημητρίου-Νικηφόρος, Αντάρτες στα βουνά της Ρούμελης: Χρονικό 1930-1944, τόμος 3, 1965, σελ. 339)
    • (μεταφορικά) για ήρωες μιας αφήγησης
      παράδειγμα  στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου παρακολουθούμε τον ήρωα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από αυτούς που τον καταδιώκουν
  2. ακολουθώ κρυφά τις κινήσεις κάποιου για να μάθω κάτι γι' αυτόν
  3. ακούω τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις κάποιου με συσκευές υποκλοπής
    ≈ συνώνυμα: κατασκοπεύω
  4. συμμετέχω σε μάθημα, σεμινάριο ή άλλη μαθησιακή δραστηριότητα
  5. ακούω με προσοχή έναν ομιλητή και αντιλαμβάνομαι τη ροή της σκέψης του
  6. βλέπω ή ακούω με προσοχή τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες

Συγγενικά

[επεξεργασία]

→ και δείτε τις λέξεις ακολουθώ και ακόλουθος

και προφορικό: παρακλουθιέμαι, κυρίως στον παρατατικό: παρακολουθιόμουν(α)[1]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ Άννα Ιορδανίδου (1998, 8η έκδ.). Τα ρήματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Πατάκης (1991, 1η έκδοση:1992).
  2. ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)