Μετάβαση στο περιεχόμενο

attend

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας attend
γ΄ ενικό ενεστώτα attends
αόριστος attended
παθητική μετοχή attended
ενεργητική μετοχή attending

attend (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) παρακολουθώ, πηγαίνω
    παράδειγμα  The students attended Parliament.
    Οι μαθητές παρακολούθησαν το Κοινοβούλιο.
  2. παρακολουθώ, προσέχω, ασχολούμαι με
  3. φροντίζω, περιποιούμαι
  4. (λόγιο) συνοδεύω

Σύνθετα

[επεξεργασία]