Μετάβαση στο περιεχόμενο

take

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tʰeɪk/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
take takes

take (en)

  1. πάρσιμο
  2. άποψη, γνώμη, προσέγγιση σ' ένα θέμα
  3. (για μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση, ή εκτέλεση έργου) η φορά που πραγματοποιείται
ενεστώτας take
γ΄ ενικό ενεστώτα takes
αόριστος took
παθητική μετοχή taken
ενεργητική μετοχή taking
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

take (en)

  1. (μεταβατικό) παίρνω, ανεβάζω, κατεβάζω, πηγαίνω, μεταφέρω ή κινώ κάτι από το ένα μέρος στο άλλο
    παράδειγμα  He took his hat and left.
    Πήρε το καπέλο του και έφυγε.
    παράδειγμα  I take my keys/money from the drawer/a small mirror in my bag.
    Παίρνω τα κλειδιά μου/λεφτά από το συρτάρι/ένα καθρεφτάκι στην τσάντα μου.
    παράδειγμα  Did you take your ID with you?
    Πήρες μαζί σου την ταυτότητά σου;
    παράδειγμα  Take it up there/here.
    Ανέβασέ το εκεί/εδώ πάνω.
    παράδειγμα  I took the glasses down from the cupboard.
    Κατέβασα τα ποτήρια από το ντουλάπι.
    παράδειγμα  I took her some flowers.
    Της πήγα μερικά λουλούδια.
    παράδειγμα  Take these letters to the post office.
    Πήγαινε αυτά τα γράμματα στο ταχυδρομείο.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη bring
  2. (μεταβατικό) παίρνω, πηγαίνω, μεταφέρω, γυρίζω, βγάζω, πηγαίνω με κάποιον από το ένα μέρος στο άλλο, οδηγώ κάποιον κάπου
    παράδειγμα  Don’t leave me alone, take me with you please.
    Μη με αφήνεις μόνο, πάρε με μαζί σου, παρακαλώ.
    παράδειγμα  They took him to the operating room on a stretcher.
    Τον πήγαν στο χειρουργείο πάνω σε φορείο.
    παράδειγμα  I will take you home.
    Θα σε πάω σπίτι.
    παράδειγμα  Take the dog out.
    Πήγαινε έξω το σκυλί.
    παράδειγμα  He was taken to the hospital.
    Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
    παράδειγμα  I will take you everywhere.
    Θα σε γυρίσω παντού.
    παράδειγμα  She took me around Plaka.
    Με γύρισε στην Πλάκα.
    παράδειγμα  I take the dog/the children for a walk.
    Βγάζω το σκυλί/τα παιδιά περίπατο.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη lead
  3. (μεταβατικό) ανεβάζω, οδηγώ κάποιον ή κάτι από ένα επίπεδο, κατάσταση κτλ. σε άλλο
    παράδειγμα  The new loan takes the total debt to $100,000.
    Το νέο δάνειο ανεβάζει το συνολικό χρέος στα 100.000 δολάρια.
    παράδειγμα  Her energy and talent took her to the top of her profession.
    Η ενέργεια και το ταλέντο της την οδήγησαν στην κορυφή του επαγγέλματός της.
  4. (μεταβατικό & αμετάβατο, χωρίς παθητική φωνή) μου παίρνει, κρατώ, χρειάζομαι ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  How long does it take you to shave?
    Πόση ώρα σου παίρνει να ξυριστείς;
    παράδειγμα  It takes me five minutes.
    Μου παίρνει πέντε λεπτά.
    παράδειγμα  How long does the surgery take?
    Πόση ώρα κρατάει η εγχείρηση;
    παράδειγμα  How long will you take to finish?/How long with it take you to finish?
    Πόση ώρα χρειάζεσαι να τελειώσεις;
    παράδειγμα  It will take me ten hours/I will take ten hours.
    Θα χρειαστώ δέκα ώρες.
    παράδειγμα  Did it take (you) long to find out?
    Χρειάστηκες πολλή ώρα να το βρεις;
    παράδειγμα  It took a long time for the wound to close.
    Χρειάστηκε πολύ καιρό να κλείσει η πληγή.
  5. (μεταβατικό) παίρνω, βγάζω, φωτογραφίζω κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  I am taking photos.
    Παίρνω φωτογραφίες.
    παράδειγμα  I took a picture of him smiling./I got him smiling.
    Τον έβγαλα χαμογελαστό.
  6. (μεταβατικό) παίρνω, μεταφέρω, χρησιμοποιώ ένα μέσο μεταφοράς, έναν δρόμο, ένα μονοπάτι κτλ. για να πάω σε ένα μέρος
    παράδειγμα  I take the train/the bus.
    Παίρνω το τρένο/το λεωφορείο.
    παράδειγμα  Can I take your bicycle?
    Μπορώ να πάρω το ποδήλατό σου;
    παράδειγμα  He took the road to Corinth.
    Πήρε το δρόμο για την Κόρινθο.
    παράδειγμα  Take the first street on the right.
    Πάρε τον πρώτο δρόμο δεξιά.
    παράδειγμα  We rode the donkeys which were waiting for us on the beach in Santorini to take us to Fira.
    Καβαλήσαμε τα γαϊδουράκια που μας περίμεναν στην παραλία της Σαντορίνης για να μας μεταφέρουν στα Φηρά.
  7. (μεταβατικό) παίρνω, πιάνω, βάζω τα χέρια μου γύρω από κάποιον ή κάτι και το κρατάω· απλώνω κάτι και το κρατάω
    παράδειγμα  She took the baby in her arms.
    Πήρε το μωρό στην αγκαλιά της.
    παράδειγμα  Take the basket please!
    Πιάσε το καλάθι σε παρακαλώ!
    παράδειγμα  She took my hands.
    Μου έπιασε τα χέρια.
    παράδειγμα  He took it with his teeth.
    Το έπιασε με τα δόντια του.
     συνώνυμα:  δείτε τις λέξεις grab και grasp
  8. (μεταβατικό) παίρνω, αφαιρώ κάτι ή κάποιον από ένα μέρος ή ένα πρόσωπο
    παράδειγμα  I took them away from that school because…
    Τους πήρα από αυτό το σχολείο επειδή…
    παράδειγμα  Take the dog away from here.
    Πάρε τον σκύλο από δω.
    παράδειγμα  Take your hand off my shoulder.
    Πάρε το χέρι σου από τον ώμο μου.
    παράδειγμα  Take your books off the floor.
    Πάρε τα βιβλία σου από το πάτωμα.
  9. (μεταβατικό) παίρνω, αφαιρώ κάτι χωρίς άδεια ή κατά λάθος
    παράδειγμα  Who took my umbrella?
    Ποιος πήρε την ομπρέλα μου;
    παράδειγμα  They took his car from inside the garage.
    Του πήραν το αυτοκίνητο μέσα από το γκαράζ.
    παράδειγμα  They broke into our house and took one hundred thousand from us.
    Διέρρηξαν το σπίτι μας και μας πήραν εκατό χιλιάδες.
  10. (μεταβατικό) παίρνω κάτι από μια συγκεκριμένη πηγή
    παράδειγμα  The scientists are taking water samples from the river.
    Οι επιστήμονες παίρνουν δείγματα νερού από τον ποταμό.
    παράδειγμα  The machine takes its name from its inventor.
    Η μηχανή πήρε το όνομά της από τον εφευρέτη της.
  11. (μεταβατικό) πιάνω κάθισμα
    παράδειγμα  Is this spot taken?
    Είναι πιασμένη αυτή η θέση;
    παράδειγμα  This seat is taken.
    Αυτό το κάθισμα είναι πιασμένο.
  12. (μεταβατικό) παίρνω, τρώω ή πίνω κάτι
    παράδειγμα  -“What are you getting?” -“I’ll take a cognac.”
    -«Τι θα πάρεις;» -«Θα πάρω ένα κονιάκ.»
  13. (μεταβατικό) παίρνω, διαπιστώνω και καταγράφω κάτι, γράφω κάτι
    παράδειγμα  I am taking notes.
    Παίρνω σημειώσεις.
  14. (μεταβατικό) δίνω εξέταση
    παράδειγμα  In June I will take final exams and then I will get my diploma.
    Τον Ιούνιο δίνω τις τελευταίες εξετάσεις και τότε θα πάρω το δίπλωμα.
     αντώνυμα: give
  15. (μεταβατικό) παίρνω, κάνω, χρησιμοποιείται με ουσιαστικά για να πει ότι κάποιος κάνει κάτι, εκτελεί μια πράξη κτλ.
    παράδειγμα  I am going outside to take a breath.
    Πάω έξω να πάρω αέρα.
    παράδειγμα  I am taking medicines/drugs.
    Παίρνω φάρμακα/ναρκωτικά.
    παράδειγμα  I am taking a deep breath.
    Παίρνω βαθειά αναπνοή.
    παράδειγμα  I need to take a shower.
    Πρέπει να κάνω ντους.
  16. (μεταβατικό) παίρνω, δοκιμάζω ή μετρώ κάτι
    παράδειγμα  The doctor took my pulse/temperature.
    Ο γιατρός μου πήρε το σφυγμό/τη θερμοκρασία.
    παράδειγμα  I take the measurements of something.
    Παίρνω τα μέτρα του κάτι.
  17. (μεταβατικό) κυριεύω, κατακτώ ένα μέρος ή ένα πρόσωπο, για να πάρει τον έλεγχο κάτι
    παράδειγμα  I take a country.
    Κυριεύω μια χώρα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη conquer
  18. (μεταβατικό) παίρνω, επιλέγω, αγοράζω ή νοικιάζω κάτι
    παράδειγμα  I will take it if it’s cheap.
    Θα το πάρω αν είναι φθηνό.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη buy
  19. (μεταβατικό) παίρνω, δέχομαι ή λαμβάνω κάτι
    παράδειγμα  I take a prize/my diploma.
    Παίρνω βραβείο/το δίπλωμά μου.
    παράδειγμα  I am taking someone’s advice.
    Παίρνω τη συμβουλή κάποιου.
    παράδειγμα  Don’t take too much work upon yourself.
    Μην παίρνεις πάνω σου πάρα πολλή δουλειά.
    παράδειγμα  I will not take a penny less than 5,000 euros for my car.
    Δεν θα δεχτώ ούτε μια πένα λιγότερο από 5.000 ευρώ για το αυτοκίνητό μου.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη receive
  20. (μεταβατικό) παίρνω, δέχομαι κάποιον με συγκεκριμένο τρόπο
    παράδειγμα  I take a partner/a wife.
    Παίρνω συνεταίρο/γυναικά.
    παράδειγμα  Do you take this man as your lawfully wedded husband?
    Δέχεσαι αυτόν τον άντρα ως νόμιμο σύζυγο;
    παράδειγμα  You must take me as I am.
    Πρέπει να με δεχτείς όπως είμαι.
    παράδειγμα  She took the position because she needed the money.
    Δέχτηκε την θέση γιατί είχε ανάγκη τα χρήματα.
  21. (μεταβατικό) παίρνω, δέχομαι κάποιον ως υπάλληλο, πελάτη, ασθενή κτλ.
    παράδειγμα  We must take extra staff.
    Πρέπει να πάρουμε έκτακτο προσωπικό.
     συνώνυμα: take on
  22. (μεταβατικό, χωρίς παθητική φωνή) ανέχομαι, σηκώνω
    παράδειγμα  I won’t take any more of your sass.
    Δεν θα ανεχτώ άλλο πια την αναίδεια σου.
    παράδειγμα  He doesn’t take any nonsense.
    Δεν σηκώνει σαχλαμάρες.
  23. (μεταβατικό) κρατάω, αντιδρώ σε κάτι ή σε κάποιον με συγκεκριμένο τρόπο
    παράδειγμα  The government took a tough stance on the issue of the strike.
    Η κυβέρνηση κράτησε σκληρή στάση στο θέμα της απεργίας.
    παράδειγμα  How did she take the news?
    Πώς αντέδρασε στα νέα;
     συνώνυμα: react
  24. (μεταβατικό) περνάω, θεωρώ ότι κάποιος ή κάτι είναι κάποιος ή κάτι, ειδικά όταν κάνω λάθος
    παράδειγμα  At first I took him for a fool.
    Στην αρχή τον πέρασα για βλάκα.
    παράδειγμα  Do you take me for a fool, or what?
    Δε μου λες, για χαζό με περνάς;
    παράδειγμα  I took him for your brother.
    Τον πέρασα για τον αδελφό σου.
  25. (μεταβατικό, όχι στα continuous tenses) βγάζω, αφαιρώ, μειώνω έναν αριθμό με την τιμή ενός άλλου
    παράδειγμα  If we take two (away) from five, three remain.
    Από τα πέντε αν βγάλουμε δύο, μένουν τρία.
    παράδειγμα  If we take eight away from ten, there is a remainder of two.
    Αν αφαιρέσουμε από το δέκα το οκτώ μένει υπόλοιπο δύο.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη subtract
  26. (μεταβατικό) παίρνω, χρησιμοποιείται για να εισαγάγει κάποιον ή κάτι ως παράδειγμα
    παράδειγμα  Take for example…
    Πάρε για παράδειγμα…
  27. (μεταβατικό, χωρίς παθητική φωνή) χρειάζεται (ως απρόσωπο ρήμα)
    παράδειγμα  It takes courage to stand up to him.
    Χρειάζεται θάρρος για να του σηκώσεις κεφάλι.
    παράδειγμα  It will take ten men to lift it.
    Θα χρειαστούν δέκα άνθρωποι να το σηκώσουν.
  28. (μεταβατικό, χωρίς παθητική φωνή) χωράω, παίρνω, έχω αρκετό χώρο για κάτι ή κάποιον, μπορώ να κρατήσω ή να περιλάβω μια συγκεκριμένη ποσότητα
    παράδειγμα  The car can take all of us.
    Χωράμε όλοι στο αυτοκίνητο.
    παράδειγμα  The theater takes 2,000 people.
    Το θέατρο χωράει 2,000 ανθρώπους.
    παράδειγμα  How many can your hotel take?
    Πόσους παίρνει το ξενοδοχείο σας;
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη fit

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

phrasal verbs:

light verbs:

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • take - Oxford Learner's Dictionaries
  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 62, 161-162, 203, 643-644, 692-695, 699-700, 974, 984. ISBN 9780194325684. , λήμμα: ανεβάζω, βγάζω, γυρίζω, παίρνω, περνώ, πηγαίνω, χρειάζομαι, χωρώ