take

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tʰeɪk/
ενικός πληθυντικός
take takes

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

take (en)

  1. πάρσιμο
  2. άποψη, γνώμη, προσέγγιση σ' ένα θέμα
  3. (για μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση, ή εκτέλεση έργου) η φορά που πραγματοποιείται

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

Ενεστώτας take
γ΄ ενικό Ενεστώτα takes
Αόριστος took
Παθητική μετοχή taken
Ενεργητική μετοχή taking

take (en)

  1. παίρνω, λαμβάνω
  2. πιάνω, αιχμαλωτίζω

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]