take
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| take | takes |
take (en)
- πάρσιμο
- άποψη, γνώμη, προσέγγιση σ' ένα θέμα
- (για μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση, ή εκτέλεση έργου) η φορά που πραγματοποιείται
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | take |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | takes |
| αόριστος | took |
| παθητική μετοχή | taken |
| ενεργητική μετοχή | taking |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
take (en)
- (μεταβατικό) παίρνω, ανεβάζω, κατεβάζω, πηγαίνω, μεταφέρω ή κινώ κάτι από το ένα μέρος στο άλλο
He took his hat and left.
- Πήρε το καπέλο του και έφυγε.
I take my keys/money from the drawer/a small mirror in my bag.
- Παίρνω τα κλειδιά μου/λεφτά από το συρτάρι/ένα καθρεφτάκι στην τσάντα μου.
Did you take your ID with you?
- Πήρες μαζί σου την ταυτότητά σου;
Take it up there/here.
- Ανέβασέ το εκεί/εδώ πάνω.
I took the glasses down from the cupboard.
- Κατέβασα τα ποτήρια από το ντουλάπι.
I took her some flowers.
- Της πήγα μερικά λουλούδια.
Take these letters to the post office.
- Πήγαινε αυτά τα γράμματα στο ταχυδρομείο.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη bring
- (μεταβατικό) παίρνω, πηγαίνω, μεταφέρω, γυρίζω, βγάζω, πηγαίνω με κάποιον από το ένα μέρος στο άλλο, οδηγώ κάποιον κάπου
Don’t leave me alone, take me with you please.
- Μη με αφήνεις μόνο, πάρε με μαζί σου, παρακαλώ.
They took him to the operating room on a stretcher.
- Τον πήγαν στο χειρουργείο πάνω σε φορείο.
I will take you home.
- Θα σε πάω σπίτι.
Take the dog out.
- Πήγαινε έξω το σκυλί.
He was taken to the hospital.
- Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
I will take you everywhere.
- Θα σε γυρίσω παντού.
She took me around Plaka.
- Με γύρισε στην Πλάκα.
I take the dog/the children for a walk.
- Βγάζω το σκυλί/τα παιδιά περίπατο.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη lead
- (μεταβατικό) ανεβάζω, οδηγώ κάποιον ή κάτι από ένα επίπεδο, κατάσταση κτλ. σε άλλο
The new loan takes the total debt to $100,000.
- Το νέο δάνειο ανεβάζει το συνολικό χρέος στα 100.000 δολάρια.
Her energy and talent took her to the top of her profession.
- Η ενέργεια και το ταλέντο της την οδήγησαν στην κορυφή του επαγγέλματός της.
- (μεταβατικό & αμετάβατο, χωρίς παθητική φωνή) μου παίρνει, κρατώ, χρειάζομαι ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
How long does it take you to shave?
- Πόση ώρα σου παίρνει να ξυριστείς;
It takes me five minutes.
- Μου παίρνει πέντε λεπτά.
How long does the surgery take?
- Πόση ώρα κρατάει η εγχείρηση;
How long will you take to finish?/How long with it take you to finish?
- Πόση ώρα χρειάζεσαι να τελειώσεις;
It will take me ten hours/I will take ten hours.
- Θα χρειαστώ δέκα ώρες.
Did it take (you) long to find out?
- Χρειάστηκες πολλή ώρα να το βρεις;
It took a long time for the wound to close.
- Χρειάστηκε πολύ καιρό να κλείσει η πληγή.
- (μεταβατικό) παίρνω, βγάζω, φωτογραφίζω κάποιον ή κάτι
I am taking photos.
- Παίρνω φωτογραφίες.
I took a picture of him smiling./I got him smiling.
- Τον έβγαλα χαμογελαστό.
- (μεταβατικό) παίρνω, μεταφέρω, χρησιμοποιώ ένα μέσο μεταφοράς, έναν δρόμο, ένα μονοπάτι κτλ. για να πάω σε ένα μέρος
I take the train/the bus.
- Παίρνω το τρένο/το λεωφορείο.
Can I take your bicycle?
- Μπορώ να πάρω το ποδήλατό σου;
He took the road to Corinth.
- Πήρε το δρόμο για την Κόρινθο.
Take the first street on the right.
- Πάρε τον πρώτο δρόμο δεξιά.
We rode the donkeys which were waiting for us on the beach in Santorini to take us to Fira.
- Καβαλήσαμε τα γαϊδουράκια που μας περίμεναν στην παραλία της Σαντορίνης για να μας μεταφέρουν στα Φηρά.
- (μεταβατικό) παίρνω, πιάνω, βάζω τα χέρια μου γύρω από κάποιον ή κάτι και το κρατάω· απλώνω κάτι και το κρατάω
- (μεταβατικό) παίρνω, αφαιρώ κάτι ή κάποιον από ένα μέρος ή ένα πρόσωπο
I took them away from that school because…
- Τους πήρα από αυτό το σχολείο επειδή…
Take the dog away from here.
- Πάρε τον σκύλο από δω.
Take your hand off my shoulder.
- Πάρε το χέρι σου από τον ώμο μου.
Take your books off the floor.
- Πάρε τα βιβλία σου από το πάτωμα.
- (μεταβατικό) παίρνω, αφαιρώ κάτι χωρίς άδεια ή κατά λάθος
Who took my umbrella?
- Ποιος πήρε την ομπρέλα μου;
They took his car from inside the garage.
- Του πήραν το αυτοκίνητο μέσα από το γκαράζ.
They broke into our house and took one hundred thousand from us.
- Διέρρηξαν το σπίτι μας και μας πήραν εκατό χιλιάδες.
- (μεταβατικό) παίρνω κάτι από μια συγκεκριμένη πηγή
The scientists are taking water samples from the river.
- Οι επιστήμονες παίρνουν δείγματα νερού από τον ποταμό.
The machine takes its name from its inventor.
- Η μηχανή πήρε το όνομά της από τον εφευρέτη της.
- (μεταβατικό) πιάνω κάθισμα
Is this spot taken?
- Είναι πιασμένη αυτή η θέση;
This seat is taken.
- Αυτό το κάθισμα είναι πιασμένο.
- (μεταβατικό) παίρνω, τρώω ή πίνω κάτι
-“What are you getting?” -“I’ll take a cognac.”
- -«Τι θα πάρεις;» -«Θα πάρω ένα κονιάκ.»
- (μεταβατικό) παίρνω, διαπιστώνω και καταγράφω κάτι, γράφω κάτι
I am taking notes.
- Παίρνω σημειώσεις.
- (μεταβατικό) δίνω εξέταση
- (μεταβατικό) παίρνω, κάνω, χρησιμοποιείται με ουσιαστικά για να πει ότι κάποιος κάνει κάτι, εκτελεί μια πράξη κτλ.
I am going outside to take a breath.
- Πάω έξω να πάρω αέρα.
I am taking medicines/drugs.
- Παίρνω φάρμακα/ναρκωτικά.
I am taking a deep breath.
- Παίρνω βαθειά αναπνοή.
I need to take a shower.
- Πρέπει να κάνω ντους.
- (μεταβατικό) παίρνω, δοκιμάζω ή μετρώ κάτι
The doctor took my pulse/temperature.
- Ο γιατρός μου πήρε το σφυγμό/τη θερμοκρασία.
I take the measurements of something.
- Παίρνω τα μέτρα του κάτι.
- (μεταβατικό) κυριεύω, κατακτώ ένα μέρος ή ένα πρόσωπο, για να πάρει τον έλεγχο κάτι
- (μεταβατικό) παίρνω, επιλέγω, αγοράζω ή νοικιάζω κάτι
- (μεταβατικό) παίρνω, δέχομαι ή λαμβάνω κάτι
I take a prize/my diploma.
- Παίρνω βραβείο/το δίπλωμά μου.
I am taking someone’s advice.
- Παίρνω τη συμβουλή κάποιου.
Don’t take too much work upon yourself.
- Μην παίρνεις πάνω σου πάρα πολλή δουλειά.
I will not take a penny less than 5,000 euros for my car.
- Δεν θα δεχτώ ούτε μια πένα λιγότερο από 5.000 ευρώ για το αυτοκίνητό μου.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη receive
- (μεταβατικό) παίρνω, δέχομαι κάποιον με συγκεκριμένο τρόπο
I take a partner/a wife.
- Παίρνω συνεταίρο/γυναικά.
Do you take this man as your lawfully wedded husband?
- Δέχεσαι αυτόν τον άντρα ως νόμιμο σύζυγο;
You must take me as I am.
- Πρέπει να με δεχτείς όπως είμαι.
She took the position because she needed the money.
- Δέχτηκε την θέση γιατί είχε ανάγκη τα χρήματα.
- (μεταβατικό) παίρνω, δέχομαι κάποιον ως υπάλληλο, πελάτη, ασθενή κτλ.
- (μεταβατικό, χωρίς παθητική φωνή) ανέχομαι, σηκώνω
I won’t take any more of your sass.
- Δεν θα ανεχτώ άλλο πια την αναίδεια σου.
He doesn’t take any nonsense.
- Δεν σηκώνει σαχλαμάρες.
- (μεταβατικό) κρατάω, αντιδρώ σε κάτι ή σε κάποιον με συγκεκριμένο τρόπο
- (μεταβατικό) περνάω, θεωρώ ότι κάποιος ή κάτι είναι κάποιος ή κάτι, ειδικά όταν κάνω λάθος
At first I took him for a fool.
- Στην αρχή τον πέρασα για βλάκα.
Do you take me for a fool, or what?
- Δε μου λες, για χαζό με περνάς;
I took him for your brother.
- Τον πέρασα για τον αδελφό σου.
- (μεταβατικό, όχι στα continuous tenses) βγάζω, αφαιρώ, μειώνω έναν αριθμό με την τιμή ενός άλλου
- (μεταβατικό) παίρνω, χρησιμοποιείται για να εισαγάγει κάποιον ή κάτι ως παράδειγμα
Take for example…
- Πάρε για παράδειγμα…
- (μεταβατικό, χωρίς παθητική φωνή) χρειάζεται (ως απρόσωπο ρήμα)
It takes courage to stand up to him.
- Χρειάζεται θάρρος για να του σηκώσεις κεφάλι.
It will take ten men to lift it.
- Θα χρειαστούν δέκα άνθρωποι να το σηκώσουν.
- (μεταβατικό, χωρίς παθητική φωνή) χωράω, παίρνω, έχω αρκετό χώρο για κάτι ή κάποιον, μπορώ να κρατήσω ή να περιλάβω μια συγκεκριμένη ποσότητα
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- take - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 62, 161-162, 203, 643-644, 692-695, 699-700, 974, 984. ISBN 9780194325684., λήμμα: ανεβάζω, βγάζω, γυρίζω, παίρνω, περνώ, πηγαίνω, χρειάζομαι, χωρώ