take on

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

take on (en)

  1. αναλαμβάνω, αποδέχομαι
    he took on the challenge - αποδέχτηκε την πρόκληση
  2. αντιμετωπίζω έναν αντίπαλο, τα βάζω με κάποιον
    Co-hosts Poland take on Greece in Euro 2012 opener - Η συνδιοργανώτρια Πολωνία αντιμετωπίζει την Ελλάδα στον πρώτο αγώνα του Euro 2012 (από το anchorfan.com)
    don't take on them - μη τα βάζεις μαζί τους
  3. αντιδρώ συναισθηματικά