αποδέχομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποδέχομαι < αρχαία ελληνική ἀποδέχομαι < ἀπό + δέχομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποδέχομαι

  1. δέχομαι κάτι μου προσφέρεται, δεν το αρνούμαι
    οι κληρονόμοι αποδέχτηκαν επίσημα την κληρονομιά
  2. συμφωνώ με κάτι, το εγκρίνω, δίνω τη σύμφωνη γνώμη μου ή την έγκρισή μου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]