αποδέχομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποδέχομαι < αρχαία ελληνική ἀποδέχομαι < ἀπό + δέχομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

αποδέχομαι

  1. δέχομαι κάτι που μου προσφέρεται, δεν το αρνούμαι
    οι κληρονόμοι αποδέχτηκαν επίσημα την κληρονομιά
  2. συμφωνώ με κάτι, το εγκρίνω, δίνω τη σύμφωνη γνώμη μου ή την έγκρισή μου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]