Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποδίδω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αποδίδω < ἀποδίδω < αρχαία ελληνική ἀποδίδωμι

αποδίδω, παθητικό: αποδίδομαι

  1. (μεταβατικό) εξηγώ ένα γεγονός συνδέοντάς το με κάποιο άλλο που το θεωρώ αιτία του
      Η δυσαναγνωσία αποτελεί μία κατηγορία των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών, η οποία εστιάζει τη μελέτη της στην περιοχή της αναγνωστικής ικανότητας (ακρίβεια, ταχύτητα και κατανόηση), κατά την οποία το άτομο δεν αποδίδει το αναμενόμενο όριο που αντιστοιχεί στη χρονολογική ηλικία του, στη νοημοσύνη και στο επίπεδο εκπαίδευσής του.
    Τσίτου Ελευθερία. Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες: Απόψεις Εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης για την Ανίχνευση και την Παιδαγωγική τους Διαχείριση, [μεταπτυχιακή εργασία], Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, Ιωάννινα 2017, @olympias.lib.uoi.gr
  2. (μεταβατικό) πιστεύω ότι ένα έργο έχει δημιουργηθεί από κάποιο συγκεκριμένο άτομο ή ομάδα
    οι μελετητές αρχικά είχαν αποδώσει το κείμενο στον Πλάτωνα, αλλά αργότερα, αυτό, αμφισβητήθηκε
  3. (μεταβατικό) εκφράζω, ερμηνεύω
    η πρωταγωνίστρια απέδωσε τον ρόλο της Ιουλιέτας με χάρη και πειστικότητα
  4. (μεταβατικό) παράγω έναν όγκο έργου ή εισοδήματος
  5. (αμετάβατο) επιτυγχάνω, φέρνω καρπούς, παράγω ένα αποτέλεσμα θετικό ή βελτιωμένο σε σχέση με το παρελθόν (και ως έκφραση: αποδίδω καρπούς)
    το παιδί είχε πολλά κενά στα μαθηματικά, αλλά το εντατικό διάβασμα τελικά απέδωσε
  6. δίνω πίσω, επιστρέφω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • αποδίδω τιμές: τιμώ με επίσημο τρόπο ή με στρατιωτικό χαιρετισμό
  • αποδίδω δικαιοσύνη: βγάζω μια δίκαιη απόφαση και τιμωρώ ένα έγκλημα ή αποκαθιστώ την αδικία που έγινε εις βάρος κάποιου

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]