αποδίδω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποδίδω < ἀποδίδω < αρχαία ελληνική ἀποδίδωμι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποδίδω, παθητικό: αποδίδομαι

  1. (μεταβατικό) εξηγώ ένα γεγονός συνδέοντάς το με κάποιο άλλο που το θεωρώ αιτία του
    οι αναλυτές αποδίδουν την άνοδο του κόμματος στη διεθνή οικονομική κρίση
  2. (μεταβατικό) πιστεύω ότι ένα έργο έχει δημιουργηθεί από κάποιο συγκεκριμένο άτομο ή ομάδα
    οι μελετητές αρχικά είχαν αποδώσει το κείμενο στον Πλάτωνα, αλλά αργότερα αυτό αμφισβητήθηκε
  3. (μεταβατικό) εκφράζω, ερμηνεύω
    η πρωταγωνίστρια απέδωσε το ρόλο της Ιουλιέτας με χάρη και πειστικότητα
  4. (μεταβατικό) παράγω έναν όγκο έργου ή εισοδήματος
  5. (αμετάβατο) επιτυγχάνω, φέρνω καρπούς, παράγω ένα αποτέλεσμα θετικό ή βελτιωμένο σε σχέση με το παρελθόν (και ως έκφραση:αποδίδω καρπούς)
    το παιδί είχε πολλά κενά στα μαθηματικά, αλλά το εντατικό διάβασμα τελικά απέδωσε
  6. δίνω πίσω, επιστρέφω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αποδίδω τιμές: τιμώ με επίσημο τρόπο ή με στρατιωτικό χαιρετισμό
  • αποδίδω δικαιοσύνη: βγάζω μια δίκαιη απόφαση και τιμωρώ ένα έγκλημα ή αποκαθιστώ την αδικία που έγινε εις βάρος κάποιου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]