attach

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία en[επεξεργασία]

μεσοαγγλικά: (με την σημασία: ‘κατάσχω ως νόμιμη εξουσία’): < παλαιογαλλικά: atachier και estachier ‘προσδένω, σταθεροποιώ’ < κοινή γερμανική ρίζα με το stake· συνέκρινέ το με το attack

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/əˈtatʃ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

attach (en)

  1. προσκολλώ
  2. αποδίδω ιδιότητα (θεωρώ-ερμηνεύω κάπως μία ιδιότητα αντικειμένου)