ερμηνεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ερμηνεύω < αρχαία ελληνική ἑρμηνεύω < ἑρμηνεύς < Ἑρμῆς

Ρήμα[επεξεργασία]

ερμηνεύω

  1. προσπαθώ να επεξηγήσω κάτι, βασιζόμενος στις δικές μου γνώσεις και πιστεύω
  2. {θέατρο, μουσική, κ.α.) αποδίδω ένα έργο
  3. μεταφράζω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]