μεταφράζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταφράζω < μετα- + φράζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μεταφράζω

  1. μεταφέρω προφορικό ή γραπτό λόγο σε άλλη γλώσσα ή σε μορφή διαφορετική από την αρχική
    μεταφράζει το άρθρο για ένα περιοδικό
  2. (μεταφορικά) μεταφράζεται (συνήθως στο γ' ενικό): ισοδυναμεί, συνεπάγεται
    επιτυχία που μεταφράζεται σε επαγγελματική εξέλιξη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]