traducir
Εμφάνιση
Αστουριανά (ast)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- → λείπει η προφορά Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ρήμα
[επεξεργασία]traducir (ast)
Γαλικιανά (gl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- → λείπει η προφορά Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ρήμα
[επεξεργασία]traducir (gl)
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /t̪ɾa.ð̞uˈsiɾ/ (Λατινική Αμερική)
- ΔΦΑ : /t̪ɾa.ð̞uˈθiɾ/ (Ισπανία)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : tra‐du‐cir
Ρήμα
[επεξεργασία]traducir (es)
- (μεταβατικό) μεταφράζω.
- ※ 1847-1857 - Valera, Juan [Βαλέρα, Χουάν], Correspondencia [Αλληλογραφία], σελ. 20, 1847-1857.
- El otro día, estando en casa de Romea, leí el cuento en verso que, como he dicho a usted en mis anteriores, traduje hace poco del inglés.
- Την άλλη μέρα, ενώ βρισκόμουν στο σπίτι του Ρομέα, διάβασα το έμμετρο διήγημα που, όπως σας έχω ήδη αναφέρει στις προηγούμενες [επιστολές μου], μετέφρασα πρόσφατα από τα αγγλικά.
La historia de Blancanieves ha sido traducida a diferentes idiomas.
Η ιστορία της Χιονάτης έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.
- (μεταβατικό) μετατρέπω, αλλάζω.
- (μεταβατικό) ερμηνεύω, αποκρυπτογραφώ, εξηγώ.
Κλίση
[επεξεργασία] Κλίση του traducir
| απαρέμφατο (infinitivo) |
traducir | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| γερούνδιο (gerundio) |
traduciendo | ||||||
| μετοχή (participio) |
traducido | ||||||
| Πρόσωπο (Persona gramatical) |
Ενικός | Πληθυντικός | |||||
| α' | β' | γ' | α' | β' | γ' | ||
| Οριστική (Indicativo) |
yo | tú | él, ella, ello, usted | nosotros, nosotras | vosotros, vosotras | ellos, ellas, ustedes | |
| Ενεστώτας (Presente) |
traduzco | traduces | traduce | traducimos | traducís | traducen | |
| Παρατατικός (Pretérito imperfecto simple) |
traducía | traducías | traducía | traducíamos | traducíais | traducían | |
| Αόριστος (Pretérito perfecto simple) |
traduje | tradujiste | tradujo | tradujimos | tradujisteis | tradujeron | |
| Μέλλοντας (Futuro simple) |
traduciré | traducirás | traducirá | traduciremos | traduciréis | traducirán | |
| Condicional | traduciría | traducirías | traduciría | traduciríamos | traduciríais | traducirían | |
| Υποτακτική (Subjuntivo) |
yo | tú | él, ella, ello, usted | nosotros, nosotras | vosotros, vosotras | ellos, ellas, ustedes | |
| Ενεστώτας (Presente) |
traduzca | traduzcas | traduzca | traduzcamos | traduzcáis | traduzcan | |
| Παρατατικός (ra) (Pretérito imperfecto) |
tradujera | tradujeras | tradujera | tradujéramos | tradujerais | tradujeran | |
| Παρατατικός (se) (Pretérito imperfecto) |
tradujese | tradujeses | tradujese | tradujésemos | tradujeseis | tradujesen | |
| Μέλλοντας (Futuro) |
tradujere | tradujeres | tradujere | tradujéremos | tradujereis | tradujeren | |
| Προστακτική (Imperativo) |
— | tú | usted | nosotros, nosotras | vosotros, vosotras | ustedes | |
| καταφατικά (afirmativo) |
traduce | traduzca | traduzcamos | traducid | traduzcan | ||
| αρνητικά (negativo) |
no traduzcas | no traduzca | no traduzcamos | no traduzcáis | no traduzcan | ||
Πηγές
[επεξεργασία]- traducir - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (αστουριανά)
- Ελλείπουσες προφορές (νέα ελληνικά)
- Λέξεις χωρίς προφορά στο πρότυπο ΔΦΑ
- Αστουριανή γλώσσα
- Ρήματα (αστουριανά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλικιανά)
- Γαλικιανή γλώσσα
- Ρήματα (γαλικιανά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (ισπανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ισπανικά)
- Ισπανική γλώσσα
- Ρήματα (ισπανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ισπανικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ισπανικά)
- Λήμματα με παραθέματα 18ου αιώνα (ισπανικά)