accorder

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kɔʁ.de/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

accorder (fr)

  1. απονέμω, παρέχω
  2. (μουσική) κουρντίζω
    il a accordé sa guitare - κούρντισε την κιθάρα του
  1. συμφωνώ (με κάποιον)
    le verbe s'accorde avec son sujet - το ρήμα συμφωνεί με το υποκείμενό του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]