συμφωνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμφωνώ < αρχαία ελληνική συμφωνῶ < σύμφωνος < συν + φωνή

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συμφωνώ

  1. έχω την ίδια γνώμη
  2. καταλήγω με κάποιον άλλο σε συμφωνία πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, επιχειρηματική κ.λπ.
    Μιλήσανε και τις λεπτομέρειες, τα λεφτά, συμφώνησαν σ' όλα. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
  3. βρίσκομαι σε αρμονία με κάτι άλλο
  4. (γραμματική) βρίσκομαι στο ίδιο γένος ή αριθμό ή πτώση ή πρόσωπο με άλλον όρο της πρότασης.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]