agree
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | agree |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | agrees |
| αόριστος | agreed |
| παθητική μετοχή | agreed |
| ενεργητική μετοχή | agreeing |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]agree (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) συμφωνώ, έχω την ίδια γνώμη με κάποιον
Do you agree with me?
- Συμφωνείς μαζί μου;
You are not wrong, but I don’t agree with you.
- Δεν έχεις άδικο αλλά δε συμφωνώ μαζί σου.
- (αμετάβατο, χρησιμοποιείται ειδικά σε αρνητικές προτάσεις) συμφωνώ, εγκρίνω κάτι γιατί πιστεύω ότι είναι ηθικά σωστό
I don’t agree with children smoking.
- Δεν συμφωνώ να καπνίζουν τα παιδιά.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) συμφωνώ, δέχομαι, λέω «ναι»; λέω ότι θα κάνω ό,τι θέλει κάποιος ή ότι θα επιτρέψω να συμβεί κάτι
He agreed to pay.
- Συμφώνησε να πληρώσει.
He agreed to my plan.
- Συμφώνησε με το σχέδιό μου.
My vegetarian friend will never agree to eating meatballs.
- Ο χορτοφάγος φίλος μου δε θα δεχτεί πότε να φάει τους κεφτέδες.
I will not agree to going to the house of that horrible man.
- Δε θα δεχτώ να πάω στο σπίτι εκείνου του απαίσιου άντρα.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) συμφωνώ, αποφασίζω με κάποιον άλλο να κάνω κάτι ή να έχω κάτι
We all agreed on the plan/the terms of payment.
- Συμφωνήσαμε όλοι για το σχέδιο/για τους όρους πληρωμής.
We agreed that I would visit him.
- Συμφωνήσαμε να τον επισκεφθώ.
- (μεταβατικό) συμφωνώ, δέχομαι επίσημα σχέδιο, αίτημα κτλ.
It was agreed that the goods would be delivered to Athens.
- Συμφωνήθηκε να παραδοθούν τα εμπορεύματα στην Αθήνα.
- (αμετάβατο) συμφωνώ, ταιριάζω
His story doesn’t agree with the facts.
- Η ιστορία του δε συμφωνεί με τα γεγονότα.