Μετάβαση στο περιεχόμενο

agreement

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
agreement < agree + -ment

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
agreement agreements

agreement (en)

  1. η συμφωνία, πράξη με την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα δέχονται να ρυθμίσουν ένα ζήτημα που αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις
    παράδειγμα  an explicit/implicit agreement - ρητή/σιωπηρά συμφωνία
    παράδειγμα  We made an agreement for him to pay me in cash.
    Κάναμε συμφωνία να με πληρώσει τοις μετρητοίς.
     αντώνυμα: disagreement
  2. (μη μετρήσιμο) η συμφωνία, σύμφωνος, η κατάσταση του να μοιράζομαι την ίδια γνώμη ή συναίσθημα
    παράδειγμα  There’s no agreement on what should happen.
    Δεν υπάρχει συμφωνία για το τι πρέπει να γίνει.
    παράδειγμα  We came to some kind of agreement.
    Καταλήξαμε σε κάποιου είδους συμφωνία.
    παράδειγμα  I don’t disagree, but that doesn’t also mean that I am totally in agreement.
    Δε διαφωνώ, αλλά αυτό δε θα πει ότι είμαι και τελείως σύμφωνος.