αποδεκτός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αποδεκτός < (ελληνιστική κοινή)
Επίθετο
[επεξεργασία]αποδεκτός -ή -ό
- που τον αποδέχονται
- ※ Φυσικά ο χαρακτηρισμός «παραλογοτεχνία» ποτέ δεν έγινε αποδεκτός από τους φίλους του είδους, οι οποίοι –εδώ που τα λέμε– δεν είχαν και καμμιάν ιδιαίτερη καΐλα ν’ αποδείξουν τίποτα στους… κουλτουριάρηδες. (Η ξεχωριστή, ελληνική περιπέτεια της Επιστημονικής Φαντασίας, lifo.gr, 23/11/2014 )
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις αποδέχομαι και δέχομαι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αποδεκτός