accept

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας accept
γ΄ ενικό ενεστώτα accepts
αόριστος accepted
παθητική μετοχή accepted
ενεργητική μετοχή accepting

Ρήμα[επεξεργασία]

accept (en)

  1. (μεταβατικό) δέχομαι, συμφωνώ ή εγκρίνω κάτι
    We are not going to accept your proposal.
    Δεν πρόκειται να δεχτούμε την πρότασή σας.
     συνώνυμα: approve
  2. (μεταβατικό) αποδέχομαι, συνεχίζω σε μια δύσκολη κατάσταση χωρίς να παραπονιέμαι, γιατί αντιλαμβάνομαι ότι δεν μπορώ να την αλλάξω
    Why haven’t we accepted the situation?
    Γιατί δεν έχουμε αποδεχτεί την κατάσταση;

Πηγές[επεξεργασία]