approve
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | approve |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | approves |
| αόριστος | approved |
| παθητική μετοχή | approved |
| ενεργητική μετοχή | approving |
Ρήμα
[επεξεργασία]approve (en)
- (αμετάβατο) εγκρίνω, επιδοκιμάζω, επικροτώ, Θεωρώ κάποιον ή κάτι καλό, αποδεκτό ή κατάλληλο
I will never approve of her marriage to him.
- Ποτέ δε θα εγκρίνω το γάμο της με αυτόν.
I told my mother I wanted to leave school but she didn't approve.
- Είπα στη μητέρα μου ότι ήθελα να παρατήσω το σχολείο, αλλά δεν το ενέκρινε/δεν συμφώνησε.
I don’t approve of his behavior.
- Δεν επιδοκιμάζω την συμπεριφορά του.
But I surely do not like all that is happening and I do not approve of it.
- Αλλά σίγουρα όσα γίνονται δεν μου αρέσουν και δεν τα επικροτώ.
- ≈ συνώνυμα: condone
- (μεταβατικό) εγκρίνω, συμφωνώ επίσημα με ένα σχέδιο, αίτημα κτλ.
- (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) εγκρίνω, θεωρώ ότι κάτι είναι αρκετά καλό για να χρησιμοποιηθεί ή είναι σωστό
All these books were approved by the ministry.
- Όλα αυτά τα βιβλία εγκρίθηκαν από το υπουργείο.
It is approved and regulated by the Cyprus Securities and Exchange Commission.
- Είναι εγκεκριμένη και ρυθμιζόμενη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.