Μετάβαση στο περιεχόμενο

approve

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας approve
γ΄ ενικό ενεστώτα approves
αόριστος approved
παθητική μετοχή approved
ενεργητική μετοχή approving

approve (en)

  1. (αμετάβατο) εγκρίνω, επιδοκιμάζω, επικροτώ, Θεωρώ κάποιον ή κάτι καλό, αποδεκτό ή κατάλληλο
    παράδειγμα  I will never approve of her marriage to him.
    Ποτέ δε θα εγκρίνω το γάμο της με αυτόν.
    παράδειγμα  I told my mother I wanted to leave school but she didn't approve.
    Είπα στη μητέρα μου ότι ήθελα να παρατήσω το σχολείο, αλλά δεν το ενέκρινε/δεν συμφώνησε.
    παράδειγμα  I don’t approve of his behavior.
    Δεν επιδοκιμάζω την συμπεριφορά του.
    παράδειγμα  But I surely do not like all that is happening and I do not approve of it.
    Αλλά σίγουρα όσα γίνονται δεν μου αρέσουν και δεν τα επικροτώ.
     συνώνυμα: condone
  2. (μεταβατικό) εγκρίνω, συμφωνώ επίσημα με ένα σχέδιο, αίτημα κτλ.
    παράδειγμα  The committee unanimously approved the plan.
    Η επιτροπή ενέκρινε ομόφωνα το σχέδιο.
    παράδειγμα  The finance committee refused to approve the budget.
    Η οικονομική επιτροπή αρνήθηκε να εγκρίνει τον προϋπολογισμό.
     συνώνυμα: accept
  3. (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) εγκρίνω, θεωρώ ότι κάτι είναι αρκετά καλό για να χρησιμοποιηθεί ή είναι σωστό
    παράδειγμα  All these books were approved by the ministry.
    Όλα αυτά τα βιβλία εγκρίθηκαν από το υπουργείο.
    παράδειγμα  It is approved and regulated by the Cyprus Securities and Exchange Commission.
    Είναι εγκεκριμένη και ρυθμιζόμενη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.