προσλαμβάνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσλαμβάνω < αρχαία ελληνική προσλαμβάνω < πρός + λαμβάνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσλαμβάνω (παθητική φωνή: προσλαμβάνομαι)

  1. παίρνω κάποιον σε μια θέση εργασίας, του προσφέρω δουλειά
  2. αποκτώ μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό
    το σκάνδαλο προσλαμβάνει μεγάλες διαστάσεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]