hire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
hire hires

hire (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας hire
γ΄ ενικό ενεστώτα hires
αόριστος hired
παθητική μετοχή hired
ενεργητική μετοχή hiring

hire (en)

  1. (μεταβατικό) ενοικιάζω από κάποιον
    I hire a bike- ενοικιάζω ποδήλατο
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη rent

Πηγές[επεξεργασία]