rent
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rent | rents |
rent (en)
- το ενοίκιο
I owe two months’ rent.
- Οφείλω ενοίκια δύο μηνών.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | rent |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | rents |
| αόριστος | rented |
| παθητική μετοχή | rented |
| ενεργητική μετοχή | renting |
rent (en)
- νοικιάζω από κάποιον (αυτοκίνητο, σπίτι, κλπ.)
We must rent another house.
- Πρέπει να ενοικιάσουμε άλλο σπίτι.
They are discussing renting an office in the city center.
- Συζητούν για την ενοικίαση γραφείου στο κέντρο της πόλης.
What is more advisable, renting or buying an apartment?
- Τι συμφέρει περισσότερο, το νοίκιασμα ή η αγορά διαμερίσματος;
- ≈ συνώνυμα: rent out, lease, hire
- νοικιάζω σε κάποιον
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]rent (en)
Πηγές
[επεξεργασία]- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 294. ISBN 9780194325684., λήμμα: ενοικιάζω, ενοίκιο