rent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
rent rents

rent (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας rent
γ΄ ενικό ενεστώτα rents
αόριστος rented
παθητική μετοχή rented
ενεργητική μετοχή renting

rent (en)

  1. νοικιάζω από κάποιον (αυτοκίνητο, σπίτι, κλπ.)
  2. νοικιάζω σε κάποιον


Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

rent (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος rend