employ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

employ (en)

  1. χρησιμοποιώ ως μέσο/επιστρατεύω
  2. ....
  3. ....