see
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- see < ... απώτατη αρχή: < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sekʷ- (βλέπω)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| see | sees |
see (en)
- (χριστιανισμός) επισκοπή
- έδρα
- The Holy See: Η Αγία Έδρα
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | see |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sees |
| αόριστος | saw |
| παθητική μετοχή | seen |
| ενεργητική μετοχή | seeing |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
see (en)
- (μεταβατικό & αμετάβατο, όχι στα continuous tenses) βλέπω, διακρίνω, θεώμαι, αντιλαμβάνομαι κάποιον ή κάτι με τα μάτια μου διακρίνω
Do you see that ship on the horizon?
- Βλέπεις αυτό το πλοίο στο βάθος του ορίζοντα;
There is nothing to see here.
- Δεν υπάρχει τίποτα να δούμε εδώ.
I saw a figure in the darkness.
- Διέκρινα μια φιγούρα στο σκοτάδι.
She has a body so fit, that all the muscles can be seen.
- Έχει σώμα τόσο γυμνασμένο, ώστε να διακρίνονται όλοι οι μύες.
The police are tracking around the area where the fugitives were seen.
- Οι αστυνομικοί ιχνηλατούν γύρω από την περιοχή όπου θεάθηκαν οι δραπέτες.
Where is Nick? He hasn’t been seen in days.
- Πού είναι ο Νίκος; Έχει μέρες να φανεί.
- (αμετάβατο, όχι συνήθως στα continuous tenses) βλέπω, έχω την ικανότητα της όρασης
Blind people can’t see.
- Οι τυφλοί δεν βλέπουν.
- (μεταβατικό) βλέπω, επισκέπτομαι κάποιον
Come see me.
- Έλα δες με.
- (μεταβατικό) βλέπω, έχω μια συνάντηση με κάποιον
Has the doctor seen you?
- Σε είδε ο γιατρός;
- (μεταβατικό & αμετάβατο, όχι συνήθως στα continuous tenses) βλέπω, κατανοώ
Now I see how wrong I was.
- Τώρα βλέπω πόσο άδικο είχα.
I hope he sees his error.
- Ελπίζω να κατανοήσει την πλάνη του.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη understand
- (μεταβατικό & αμετάβατο, όχι συνήθως στα continuous tenses) βλέπω, φαίνομαι, ανακαλύπτω κάτι κοιτάζοντας, ρωτώντας ή περιμένοντας
It remains to be seen!
- Αυτό θα φανεί!
- (μεταβατικό, όχι συνήθως στα continuous tenses) γνωρίζω, το να είναι η περίοδος που συμβαίνει ένα γεγονός
The decade saw vast improvements in cardiology techniques.
- Η δεκαετία γνώρισε τεράστιες βελτιώσεις στις τεχνικές της καρδιολογίας.
- (μεταβατικό) πηγαίνω με κάποιον για να τον βοηθήσω ή να τον προστατέψω
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Δυτικά φριζικά (fy)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]see (fy)