saw

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

saw (en)

  1. το πριόνι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

saw (en) (αόρ. : sawed, παθ. μτχ. : sawn)

  1. πριονίζω