Μετάβαση στο περιεχόμενο

saw

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
saw saws

saw (en)

ενεστώτας saw
γ΄ ενικό ενεστώτα saws
αόριστος sawed
παθητική μετοχή sawed, sawn
ενεργητική μετοχή sawing
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

saw (en) (αόριστος : sawed, παθ. μτχ. : sawn)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

saw (en)