έδρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έδρα έδρες
γενική έδρας εδρών
αιτιατική έδρα έδρες
κλητική έδρα έδρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έδρα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έδρα θηλυκό

  1. κάθισμα, θέση, βάση
  2. το γραφείο του δασκάλου στη σχολική αίθουσα
  3. το επίκεντρο
    πολλοί θεωρούν την καρδιά ως την ἐδρα των συναισθημάτων
  4. (βουλή) η κατοχή της βουλευτικής ιδιότητας
    μετά τις καταγγελίες εναντίον του έχασε τη βουλευτική έδρα του
  5. (αθλητισμός) το γήπεδο που ανήκει σε μια ομάδα
  6. (οργανισμοί) η πόλη στην οποία στεγάζονται οι κεντρικές υπηρεσίες ενός οργανισμού, μιας εταιρείας κλπ
  7. Αγία Έδρα: το Βατικανό
  8. (στερεομετρία) κάθε μια από τις επίπεδες επιφάνειες ενός στερεού σώματος
    ο κύβος έχει έξι έδρες.
  9. (ανατομία): (ανθρώπινο σώμα) ο πρωκτός
  10. (μηχανολογία): το σημείο στήριξης μηχανικών μερών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]