πρόεδρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πρόσεδρος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόεδρος πρόεδροι
γενική προέδρου προέδρων
αιτιατική πρόεδρο προέδρους
κλητική πρόεδρε πρόεδροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόεδρος < αρχαία ελληνική πρόεδρος < πρό + ἕδρα (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική président)
Η αρχική σημασία: «αυτός που κάθεται στην πρώτη θέση »

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόεδρος αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό: & προεδρίνα)

  1. εκλεγμένο ή διορισμένο άτομο που προΐσταται ενός οργανισμού, σωματείου, οργάνωσης, ομάδας κ.λπ.
  2. (ειδικότερα) ο ανώτατος άρχοντας ενός κράτους που δεν έχει μοναρχία
    ο πρόεδρος της Δημοκρατίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]