chaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chaire (fr)

  1. (επίσημο: κάθισμα): καθέδρα, έδρα (καθηγητή), θρόνος παπικός
  2. άμβωνας
  3. podium (πόντιουμ)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]