Μετάβαση στο περιεχόμενο

εξέδρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εξέδρα οι εξέδρες
      γενική της εξέδρας των εξεδρών
    αιτιατική την εξέδρα τις εξέδρες
     κλητική εξέδρα εξέδρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Εξέδρα άντλησης πετρελαίου
Εξέδρα συναυλίας

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εξέδρα < εξ + έδρα < αρχαία ελληνική ἐξέδρα (βοηθητικό οίκημα, καλύβα, στοά) < ἐξ + ἕδρα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εξέδρα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]