Μετάβαση στο περιεχόμενο

platform

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
platform platforms

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈplætfɔːm/ και /ˈplætfɔɹm/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

platform (en)

  1. η πλατφόρμα, η αποβάθρα σιδηροδρομικού σταθμού
    παράδειγμα  She got down from the train and onto the platform.
    Κατέβηκε από το τρένο στην πλατφόρμα/αποβάθρα.
  2. το βήμα, επίπεδη επιφάνεια που υψώνεται πάνω από το επίπεδο του ισογείου ή του πατώματος, που χρησιμοποιείται από δημόσιους ομιλητές ή καλλιτέχνες για να μπορεί να τους δει το κοινό
    παράδειγμα  Coming onto the platform now is tonight’s orchestra conductor.
    Αυτή τη στιγμή ανεβαίνει στο βήμα ο διευθυντής της ορχήστρας της βραδιάς.
  3. η πλατφόρμα, ανυψωμένη επίπεδη επιφάνεια, για παράδειγμα στην οποία βρίσκεται εξοπλισμός
    παράδειγμα  an oil platform - πλατφόρμα πετρελαίου
  4. (πληροφορική, λογισμικό, υλικό υπολογιστή) η πλατφόρμα, συνδυασμός υλισμικού και λογισμικού ή λογισμικό υποστήριξης για συγκεκριμένη δραστηριότητα
    παράδειγμα  an e-learning platform - πλατφόρμα ηλεκτρονικής μάθησης
    δείτε επίσης: computing platform στην αγγλική Βικιπαίδεια
  5. (συνήθως ενικός) η πλατφόρμα, οι στόχοι ενός πολιτικού κόμματος και τα πράγματα που λένε ότι θα κάνουν εάν εκλεγούν
    παράδειγμα  The left-wing parties are seeking a common platform for the municipal elections.
    Τα κόμματα της αριστεράς αναζητούν πλατφόρμα κοινής καθόδου στις δημοτικές εκλογές.
  6. το βήμα, ευκαιρία ή μέρος για να εκφράσει κάποιος τις απόψεις του δημόσια
    παράδειγμα  The newspaper should be a platform for dialogue.
    Η εφημερίδα πρέπει να είναι ένα βήμα διαλόγου.
  7. η πλατφόρμα, γυναικεία καλοκαιρινά παπούτσια
    παράδειγμα  leather platform shoes - δερμάτινες πλατφόρμες

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]