πλατφόρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλατφόρμα πλατφόρμες
γενική πλατφόρμας πλατφορμών
αιτιατική πλατφόρμα πλατφόρμες
κλητική πλατφόρμα πλατφόρμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλατφόρμα < γαλλική plate-forme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλατφόρμα θηλυκό

  1. η αποβάθρα
  2. ψηφιακό ή μη σύστημα καταχώρησης, επεξεργασίας και μεταβολής πληροφοριών
  3. αποβάθρα απογείωσης/προσγείωσης/εκτόξευσης
  4. πρότυπο, μοντέλο δράσης, προσχεδιασμένο πλάνο για προκαθορισμένη χρήση
  5. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]