Μετάβαση στο περιεχόμενο

πλατφόρμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πλατφόρμα οι πλατφόρμες
      γενική της πλατφόρμας των (πλατφορμών)
    αιτιατική την πλατφόρμα τις πλατφόρμες
     κλητική πλατφόρμα πλατφόρμες
Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Άδεια πλατφόρμα σιδηροδρομικού σταθμού.
Ένα ζευγάρι καφέ πλατφόρμες.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλατφόρμα < (άμεσο δάνειο) γαλλική plate-forme +

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /platˈfoɾ.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πλατφόρμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πλατφόρμα θηλυκό

  1. η αποβάθρα
  2. αποβάθρα απογείωσης/προσγείωσης/εκτόξευσης
  3. είδος οχήματος για την μεταφορά μικρότερων οχημάτων ή άλλων αντικειμένων
  4. είδος γυναικείου υποδήματος
  5. πρότυπο, μοντέλο δράσης, προσχεδιασμένο πλάνο για προκαθορισμένη χρήση
  6. πεδίο συνολικής οργάνωσης έκθεσης απόψεων, ιδεών
  7. ψηφιακό ή μη σύστημα καταχώρησης, επεξεργασίας και μεταβολής πληροφοριών
  8. (πληροφορική) το περιβάλλον λειτουργίας, που αφορά το λογισμικό (software) ή υλικό (hardware) ή και τα δύο (το σύστημα):

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]