Μετάβαση στο περιεχόμενο

plateforme

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
plateforme plateformes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

plateforme (fr) θηλυκό