μοντέλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μοντέλο τα μοντέλα
      γενική του μοντέλου των μοντέλων
    αιτιατική το μοντέλο τα μοντέλα
     κλητική μοντέλο μοντέλα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοντέλο < ιταλική modello

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μοντέλο ουδέτερο

  1. Οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως δείγμα για να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο
     συνώνυμα: πρότυπο

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]