δείγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : δήγμα, δῆγμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δείγμα δείγματα
γενική δείγματος δειγμάτων
αιτιατική δείγμα δείγματα
κλητική δείγμα δείγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείγμα < δείχνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.ɣma/

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δείγμα ουδέτερο

  1. μικρή ποσότητα υλικού που λαμβάνεται προκειμένου να εξεταστεί εργαστηριακά
  2. μικρός αριθμός ατόμων από έναν πληθυσμό που συμμετέχει σε μια στατιστική έρευνα
  3. ένα τεμάχιο προϊόντος που επιδεικνύεται σε αγοραστή για να σχηματίσει μια άποψη πριν αγοράσει

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (δεν υπάρχει) ούτε για δείγμα: δηλώνει ολοκληρωτική έλλειψη ενός αγαθού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]