δείγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: δήγμα, δῆγμα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δείγμα δείγματα
γενική δείγματος δειγμάτων
αιτιατική δείγμα δείγματα
κλητική δείγμα δείγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείγμα < δείχνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.ɣma/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δείγμα ουδέτερο

  1. μικρή ποσότητα υλικού που λαμβάνεται προκειμένου να εξεταστεί εργαστηριακά
  2. μικρός αριθμός ατόμων από έναν πληθυσμό που συμμετέχει σε μια στατιστική έρευνα
  3. ένα τεμάχιο προϊόντος που επιδεικνύεται σε αγοραστή για να σχηματίσει μια άποψη πριν αγοράσει

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (δεν υπάρχει) ούτε για δείγμα: δηλώνει ολοκληρωτική έλλειψη ενός αγαθού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]