Μετάβαση στο περιεχόμενο

παράδειγμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παράδειγμα τα παραδείγματα
      γενική του παραδείγματος των παραδειγμάτων
    αιτιατική το παράδειγμα τα παραδείγματα
     κλητική παράδειγμα παραδείγματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παράδειγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράδειγμα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paˈɾa.ðiɣ.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παράδειγμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παράδειγμα ουδέτερο

  1. υπόδειγμα, πρότυπο για μίμηση ή αποφυγή
      Θὰ μπορέσουν ὁ ἕνας νὰ ἐργάζεται γιὰ τοὺς ἄλλους, κι οἱ ἄλλοι γιὰ τὸν ἕνα; Τότε ἡ μικρή τους κοινότητα θὰ γίνη παράδειγμα σὲ πολλὲς ἄλλες.
    Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, Το πρώτο συσσίτιο, 1918
  2. δείγμα, τμήμα ενός συνόλου με κοινά χαρακτηριστικά
  3. χαρακτηριστική περίπτωση
      Τὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν κατάληψι τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη ἀναζητήσετέ τα στὸ ἔργο τοῦ µέσα. Δίδω ὡς παράδειγμα τὴν ἀρχὴν τοῦ «Δημάρατου», ποίημα ποῦ τὴν ἀξία του καὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Καβάφη ἀκόµη οἱ πιὸ πείσµονες ἀναγνωρίζουν καὶ τὸ καταλογίζουν µέσα στὰ ἀριστουργήματά του.
    Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη», τεύχος 2, Ιανουάριος 1927, Φιλολογικές σελίδες, σελ. 14-15
  4. απόδειξη, γεγονός ή επιχείρημα που χρησιμεύει ως απόδειξη
      Δὲν εἶν’ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχτῶ ἐδῶ σὲ θεωρίες. Φέρνω γιὰ ν’ ἀποδείξω, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ φτώχια τῆς γλώσσας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ πεζὸ τῶν ἰδεῶν καὶ νοημάτων, παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τὰ διάφορα ποιήματά του.
    Ροβέρτος Κάμπος, Τὸ ποιητικὸν ἔργο τοῦ Κ. Π. Καβάφη, Κάϊρο 1912

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ παράδειγμᾰ τὰ παραδείγμᾰτ
      γενική τοῦ παραδείγμᾰτος τῶν παραδειγμᾰ́των
      δοτική τῷ παραδείγμᾰτ τοῖς παραδείγμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ παράδειγμᾰ τὰ παραδείγμᾰτ
     κλητική ! παράδειγμᾰ παραδείγμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  παραδείγμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  παραδειγμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παράδειγμα < παραδείκνυμι > παρά- + δείκνυμι (δεῖγμα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παράδειγμα ουδέτερο

  1. πρότυπο
  2. παράδειγμα, προηγούμενο
  3. δείγμα
  4. μάθημα, προειδοποίηση
      5ος/4ος πκε αιώνας Λυσίας, Κατὰ Ἐπικράτους καὶ τῶν συμπρεσβευτῶν, 5
    τότε ἔσται παράδειγμα τοῦ μὴ ὑμᾶς ἀδικεῖν [] νῦν τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, παράδειγμα ποιήσατε τοῖς ἄλλοις δικαίοις εἶναι, παρὰ τούτων δίκην λαβόντες
    τότε θα είστε παράδειγμα του να μην αδικείτε [] τώρα λοιπόν, άνδρες δικαστές, δώστε το παράδειγμα στους άλλους, λαμβάνοντας (απόφαση) καταδίκης για αυτούς (μετάφραση: χρήστες Βικιλεξικού)
  5. επιχείρημα (που προκύπτει από παράδειγμα)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις παραδείκνυμι, παρά και δείκνυμι