παράδειγμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παράδειγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράδειγμα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /paˈɾa.ðiɣ.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ρά‐δει‐γμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παράδειγμα ουδέτερο
- υπόδειγμα, πρότυπο για μίμηση ή αποφυγή
- ※ Θὰ μπορέσουν ὁ ἕνας νὰ ἐργάζεται γιὰ τοὺς ἄλλους, κι οἱ ἄλλοι γιὰ τὸν ἕνα; Τότε ἡ μικρή τους κοινότητα θὰ γίνη παράδειγμα σὲ πολλὲς ἄλλες.
- δείγμα, τμήμα ενός συνόλου με κοινά χαρακτηριστικά
- χαρακτηριστική περίπτωση
- ※ Τὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν κατάληψι τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη ἀναζητήσετέ τα στὸ ἔργο τοῦ µέσα. Δίδω ὡς παράδειγμα τὴν ἀρχὴν τοῦ «Δημάρατου», ποίημα ποῦ τὴν ἀξία του καὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Καβάφη ἀκόµη οἱ πιὸ πείσµονες ἀναγνωρίζουν καὶ τὸ καταλογίζουν µέσα στὰ ἀριστουργήματά του.
- Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη», τεύχος 2, Ιανουάριος 1927, Φιλολογικές σελίδες, σελ. 14-15
- ※ Τὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν κατάληψι τοῦ ἔργου τοῦ Καβάφη ἀναζητήσετέ τα στὸ ἔργο τοῦ µέσα. Δίδω ὡς παράδειγμα τὴν ἀρχὴν τοῦ «Δημάρατου», ποίημα ποῦ τὴν ἀξία του καὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Καβάφη ἀκόµη οἱ πιὸ πείσµονες ἀναγνωρίζουν καὶ τὸ καταλογίζουν µέσα στὰ ἀριστουργήματά του.
- απόδειξη, γεγονός ή επιχείρημα που χρησιμεύει ως απόδειξη
- ※ Δὲν εἶν’ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχτῶ ἐδῶ σὲ θεωρίες. Φέρνω γιὰ ν’ ἀποδείξω, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ φτώχια τῆς γλώσσας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ πεζὸ τῶν ἰδεῶν καὶ νοημάτων, παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τὰ διάφορα ποιήματά του.
- Ροβέρτος Κάμπος, Τὸ ποιητικὸν ἔργο τοῦ Κ. Π. Καβάφη, Κάϊρο 1912
- ※ Δὲν εἶν’ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχτῶ ἐδῶ σὲ θεωρίες. Φέρνω γιὰ ν’ ἀποδείξω, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴ φτώχια τῆς γλώσσας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὸ πεζὸ τῶν ἰδεῶν καὶ νοημάτων, παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τὰ διάφορα ποιήματά του.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
παράδειγμα στα Βικιφθέγματα

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπόδειγμα, παράδειγμα
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | παράδειγμᾰ | τὰ | παραδείγμᾰτᾰ |
| γενική | τοῦ | παραδείγμᾰτος | τῶν | παραδειγμᾰ́των |
| δοτική | τῷ | παραδείγμᾰτῐ | τοῖς | παραδείγμᾰσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | παράδειγμᾰ | τὰ | παραδείγμᾰτᾰ |
| κλητική ὦ! | παράδειγμᾰ | παραδείγμᾰτᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | παραδείγμᾰτε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | παραδειγμᾰ́τοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παράδειγμα < παραδείκνυμι > παρά- + δείκνυμι (δεῖγμα)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παράδειγμα ουδέτερο
- πρότυπο
- παράδειγμα, προηγούμενο
- δείγμα
- μάθημα, προειδοποίηση
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Λυσίας, Κατὰ Ἐπικράτους καὶ τῶν συμπρεσβευτῶν, 5
- τότε ἔσται παράδειγμα τοῦ μὴ ὑμᾶς ἀδικεῖν […] νῦν τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, παράδειγμα ποιήσατε τοῖς ἄλλοις δικαίοις εἶναι, παρὰ τούτων δίκην λαβόντες
- τότε θα είστε παράδειγμα του να μην αδικείτε […] τώρα λοιπόν, άνδρες δικαστές, δώστε το παράδειγμα στους άλλους, λαμβάνοντας (απόφαση) καταδίκης για αυτούς (μετάφραση: χρήστες Βικιλεξικού)
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Λυσίας, Κατὰ Ἐπικράτους καὶ τῶν συμπρεσβευτῶν, 5
- επιχείρημα (που προκύπτει από παράδειγμα)
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τις λέξεις παραδείκνυμι, παρά και δείκνυμι
Πηγές
[επεξεργασία]- παράδειγμα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- παράδειγμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ὄνομα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ὄνομα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα παρά- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Λυσία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)